Στοπ από το Συμβούλιο της Επικρατείας στην τακτοποίηση αυθαιρέτων με ακυρωμένη οικοδομική άδεια
«Μπλόκο» στη νομιμοποίηση αυθαιρέτων, των οποίων η οικοδομική άδεια έχει ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, έβαλε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας, με τις αποφάσεις 1182 και 1183/2026, έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις του άρθρου 110 του ν. 4495/2017, οι οποίες επέτρεπαν την τακτοποίηση αυθαιρέτων κτισμάτων όταν η οικοδομική
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) έθεσε «μπλόκο» στη νομιμοποίηση αυθαιρέτων, των οποίων η οικοδομική άδεια έχει ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας, με τις αποφάσεις 1182 και 1183/2026, έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις του άρθρου 110 του ν. 4495/2017, οι οποίες επέτρεπαν την τακτοποίηση αυθαιρέτων κτισμάτων ακόμη και όταν η οικοδομική τους άδεια είχε προηγουμένως ακυρωθεί από δικαστήριο. Αυτό αφορά περιπτώσεις όπου η άδεια κρίθηκε παράνομη λόγω έκδοσης με βάση εσφαλμένο ή ανίσχυρο πολεοδομικό καθεστώς, χωρίς όμως ο ιδιοκτήτης να έχει υποβάλει ψευδή ή αναληθή στοιχεία κατά την έκδοσή της.
Αναλυτικά η απόφαση του ΣτΕ:
Το Δικαστήριο, στις αποφάσεις 1182 και 1183/2026 της Ολομελείας του, εξέτασε τη συνταγματικότητα των διατάξεων των περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017. Με αυτές τις διατάξεις επιτρεπόταν η τακτοποίηση αυθαιρέτων, η οικοδομική άδεια των οποίων είχε ακυρωθεί λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος, υπό την προϋπόθεση ότι ο διοικούμενος δεν είχε υποβάλει ψευδή ή αναληθή στοιχεία κατά την έκδοση της άδειας.
Το Δικαστήριο, ανατρέχοντας στη νομολογία του περί αυθαιρέτων, υπενθύμισε ότι με τις αποφάσεις της Ολομελείας του 3500/2009 και 3921/2010 είχε κρίνει ότι διατάξεις που επιχειρούσαν να εξαιρέσουν από την κατεδάφιση νέες αυθαίρετες οικοδομές (συντελεσθείσες μετά την 31.1.1983), συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανεγέρθηκαν από καλόπιστους βάσει οικοδομικής άδειας που ακυρώθηκε αργότερα δικαστικά, αντίκεινται στο άρθρο 24 του Συντάγματος. Αυτό συνέβαινε διότι οδηγούσαν σε νόθευση του πολεοδομικού σχεδιασμού, χωρίς να εκτιμάται η συνολική επιβάρυνση της περιοχής από την εφαρμογή του μέτρου σε άλλες περιπτώσεις νέων αυθαιρέτων.
Επιπλέον, με τις αποφάσεις 3341/2013, 1118/2014 και 1119/2014 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις του ν. 4014/2011, οι οποίες προέβλεπαν την τακτοποίηση αυθαιρέτων κτισμάτων της νέας «κόκκινης γραμμής» (28.7.2011), συμπεριλαμβανομένων αυτών που κατέστησαν αυθαίρετα λόγω ακύρωσης της οικοδομικής τους άδειας, ως αυτόματη διαδικασία μέσω δήλωσης σε πληροφοριακό σύστημα, αντίκεινται στο Σύνταγμα και είναι ανίσχυρες. Οι ρυθμίσεις αυτές είχαν ως συνέπεια τη νόθευση του ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού και την αλλοίωση της λειτουργικότητας των οικισμών.
Ωστόσο, με την απόφαση 1858/2015 της Ολομελείας του ΣτΕ, κρίθηκαν συνταγματικά ανεκτές οι διατάξεις του ν. 4178/2013 που προέβλεψαν αθρόα «νομιμοποίηση» αυθαιρέτων κατασκευών της ίδιας κόκκινης γραμμής. Παρόλα αυτά, με την ίδια απόφαση, κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 6 του ν. 4178/2013, η οποία επέτρεπε εξαίρεση από την κατεδάφιση κτισμάτων με άδειες που ακυρώθηκαν αμετάκλητα (εκτός αν η ακύρωση οφειλόταν σε ψευδή στοιχεία), ήταν ανίσχυρη. Αυτό διότι ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 Συντάγματος), το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος) και την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις (άρθρο 95 παρ. 5 Συντάγματος).
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις των περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5, καθώς και στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος.
Ειδικότερα:
Α) Οι ως άνω διατάξεις, όπως και οι αντίστοιχες προηγούμενες του ν. 4178/2013 και του ν. 4014/2011, προβλέπουν σύστημα αυτόματης υπαγωγής των αυθαιρέτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 4495/2017. Αυτό γίνεται με απλή αναφορά και κατηγοριοποίηση των λόγων ακύρωσης, εξαιρώντας τις κατασκευές από την κατεδάφιση. Με τον τρόπο αυτό, επιτρέπεται η διατήρηση ακέραιου του κτιρίου, παρότι έχει διαπιστωθεί παράβαση πολεοδομικών κανόνων. Οι ρυθμίσεις αυτές ισοδυναμούν με αυτόματη αναβίωση ακυρωμένων οικοδομικών αδειών, αποδυναμώνοντας την υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις.
Δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ισότητας υπέρ αυτών των κτιρίων, ούτε προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τους. Η δικαστική ακύρωση μιας οικοδομικής άδειας δημιουργεί ένα αυθαίρετο κτίσμα, η μεταχείριση του οποίου είναι ειδική και προσδιορίζεται από την υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης. Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κάποιων ιδιοκτητών δεν μπορεί να υπερισχύσει της συνταγματικής υποχρέωσης σεβασμού των δικαστικών αποφάσεων ή του δικαιώματος πλήρους δικαστικής προστασίας.
Επιπλέον, το Δικαστήριο είχε ήδη νομολογήσει ότι τα κτίσματα που ανεγέρθηκαν βάσει αδειών που ακυρώθηκαν αμετάκλητα δεν μπορούν συνταγματικά να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 3 εδάφια α΄ και β΄ του νόμου 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε, είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 26 παρ. 1, 95 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος.
Β) Οι ελεγχόμενες διατάξεις προσκρούουν και στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος. Επιτρέπουν τη διατήρηση των κτιρίων με τα χαρακτηριστικά των ακυρωθεισών αδειών, χωρίς να βασίζονται σε νέα πολεοδομικά δεδομένα. Αυτό παραβιάζει την υποχρέωση του νομοθέτη για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Μια νόμιμη διατήρηση θα μπορούσε να προκύψει μόνο από μια γενική μεταβολή του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής, συμβατή με τους πολεοδομικούς στόχους και την προστασία του περιβάλλοντος.
Η νέα ρύθμιση θα έπρεπε να ελέγχεται από το ακυρωτικό δικαστήριο ως προς την τυχόν υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Τα κτίρια θα έπρεπε να κριθούν με βάση ένα νέο κανονιστικό καθεστώς, σύμφωνο με το Σύνταγμα.
Οι διατάξεις του ν. 4495/2017 προσκρούουν, τέλος, στις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, καθώς δεν προβλέπουν εναλλακτικό τρόπο ικανοποίησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των νικησάντων διαδίκων, όπως η χορήγηση αποζημίωσης.
