26/08/2026

Υπόθεση υποκλοπών Κουκάκη: Προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδας

Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης κατέθεσε προσφυγή κατά της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), καταγγέλλοντας την αποτυχία των αρμόδιων ελληνικών αρχών να διερευνήσουν με αμερόληπτο τρόπο την παρακολούθησή του από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) και το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator. Οι υποψίες του για την παραβίαση των επικοινωνιών του ξεκίνησαν το καλοκαίρι του

Υπόθεση υποκλοπών Κουκάκη: Προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδας

Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης έχει προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), καταγγέλλοντας την αδυναμία των ελληνικών αρχών να διερευνήσουν επαρκώς την παρακολούθησή του από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) και τη χρήση του λογισμικού Predator.

Οι υποψίες του για παραβίαση της ιδιωτικότητάς του ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2020, όταν πληροφορίες τον ανέφεραν ότι οι τηλεφωνικές του συνομιλίες, τόσο προσωπικές όσο και επαγγελματικές, είχαν απομαγνητοφωνηθεί.

Τον Αύγουστο του 2020, ο κ. Κουκάκης υπέβαλε αίτημα στην Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) για να εξακριβώσει αν η τηλεφωνική του γραμμή παρακολουθούνταν. Την ίδια ημέρα, η ΕΥΠ διέκοψε την άρση του απορρήτου του.

Στη συνέχεια, ο δημοσιογράφος στράφηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) για να πληροφορηθεί τους λόγους της παρακολούθησής του. Η ΕΥΠ απάντησε στο ΣτΕ ότι τα αιτήματα στα οποία βασίστηκαν οι τρεις εισαγγελικές διατάξεις για την παρακολούθηση δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν.

Το 2022, ο Θανάσης Κουκάκης αποκάλυψε ότι η παραβίαση του απορρήτου του συνεχίστηκε και μέσω του λογισμικού Predator, το οποίο είχε εγκατασταθεί στο κινητό του. Μετά από αίτημά του, η συσκευή ελέγχθηκε από το Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο, το οποίο επιβεβαίωσε την παρουσία του Predator μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2021, χωρίς να αποκλείει περαιτέρω μολύνσεις.

Σύμφωνα με ανακοίνωση των πληρεξούσιων δικηγόρων του Θανάση Κουκάκη:

«Κατατέθηκε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσφυγή του δημοσιογράφου Αθανασίου Κουκάκη κατά της Ελλάδας. Η προσφυγή στρέφεται κατά της άρνησης των εθνικών δικαστικών αρχών να διερευνήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αποτελεσματικό τη διπλή παρακολούθηση του προσφεύγοντα από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και μέσω του λογισμικού κατασκοπείας Predator.

Κεντρικό σημείο της προσφυγής αποτελεί η παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη υπό το πρίσμα της αντικειμενικής αμεροληψίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Ειδικότερα, εγείρεται μείζον ζήτημα θεσμικής τάξης από το γεγονός ότι ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, ανέλαβε προσωπικά τον χειρισμό της ογκώδους ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε μετά την έκδοση της απόφασης ΒΜ 853/2026 του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το εν λόγω δικαστήριο, έχοντας καταδικάσει τέσσερα πρόσωπα σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, είχε διατάξει την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης για τη διακρίβωση τυχόν πρόσθετων αδικημάτων, συμπεριλαμβανομένης της κατασκοπείας, καθώς και την ταυτοποίηση των πραγματικών ωφελουμένων της παράνομης παρακολούθησης.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, εξέδωσε στις 27 Απριλίου 2026, λίγες μόνο ημέρες μετά την παραλαβή της πολυσέλιδης δικογραφίας, πράξη μη ανάσυρσης και μη επανεξέτασης της υπόθεσης που κατά το παρελθόν είχε τεθεί στο αρχείο από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, παρά το γεγονός ότι κατά το παρελθόν, υπό την ιδιότητα του εποπτεύοντος εισαγγελικού λειτουργού της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, είχε ο ίδιος υπογράψει τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του προσφεύγοντος το καλοκαίρι του 2020.

Η ενέργεια αυτή του Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, χωρίς να απέχει ο ίδιος αυτοβούλως ή να εξεταστεί η σχετική αίτηση εξαίρεσης, κατέστησε τον ίδιο δικαστικό λειτουργό κριτή σε μια έρευνα που θα μπορούσε να ελέγξει τις προγενέστερες δικές του υπηρεσιακές πράξεις.

Παράλληλα, με την προσφυγή καταγγέλλεται η παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ σχετικά με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, καθώς και του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ για την ελευθερία της έκφρασης και την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών.

Τονίζεται ότι η Πολιτεία απέτυχε να διασφαλίσει μια ενδελεχή και απολύτως ανεξάρτητη ποινική διερεύνηση, η οποία θα φώτιζε τον πραγματικό σκοπό της στοχοποίησης του προσφεύγοντα, τα πρόσωπα που ωφελήθηκαν από τη χρήση του παράνομου λογισμικού και τις πιθανές διασυνδέσεις μεταξύ της επίσημης επισύνδεσης και της χρήσης του Predator σε βάρος του.

Τέλος, προβάλλεται η παραβίαση του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, εξαιτίας της απουσίας ενός πρακτικά αποτελεσματικού εσωτερικού ενδίκου βοηθήματος ικανού να ελέγξει την ουσία των ανωτέρω αιτιάσεων.

Το εθνικό σύστημα απέτυχε να παράσχει στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα πλήρους επανεξέτασης της πράξης αρχειοθέτησης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από ένα ανεξάρτητο όργανο, στερώντας του την πρόσβαση στην αλήθεια και στην ουσιαστική αποκατάσταση των παραβιασθέντων δικαιωμάτων του.

Η υπόθεση των υποκλοπών δεν μπορεί να θεωρηθεί λήξασα όσο παραμένουν αναπάντητα θεμελιώδη ερωτήματα για την κρατική παρακολούθηση δημοσιογράφων, τη χρήση του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, την ταυτότητα των εμπλεκομένων και τις θεσμικές ευθύνες για τη μη διερεύνηση σε βάθος όλων των παραμέτρων της υπόθεσης.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι
Ζαχαρίας Κεσσές, Γιώργος Σταματιάδης.»