Ελλάδα: Ένα Βήμα Πριν την Κορυφαία Πιστοληπτική Βαθμίδα Α – Αξιολόγηση Διεθνών Οίκων
Η Ελλάδα βρίσκεται μια ανάσα από την κατάκτηση της βαθμίδας Α στα ομόλογα, έχοντας όμως να αντιμετωπίσει μια σειρά από σημαντικές προκλήσεις στο δρόμο προς τον τελικό στόχο.
Της ΣΙΣΣΥΣ ΣΤΑΥΡΟΠΙΕΡΡΑΚΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται πλέον σε τροχιά σταδιακής μετάβασης προς την πιστοληπτική βαθμίδα Α. Δεκαέξι χρόνια μετά τη βαθιά κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η χώρα διεκδικεί σθεναρά την εδραίωσή της στην ανώτερη κατηγορία οικονομικής αξιοπιστίας.
<!– /118338042/Enikonomia.gr300×250Inline1 –>
Αναβάθμιση και Επιβεβαίωση
Η αναβάθμιση της Ελλάδας από τον οίκο Scope στη βαθμίδα BBB+, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της αξιολόγησης Baa3 από τη Moody’s και την αναβάθμιση των προοπτικών της σε θετικές, επιβεβαιώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει απομακρυνθεί οριστικά από την εποχή κατά την οποία η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας τελούσε υπό διαρκή αμφισβήτηση. Η απόσταση από την κορυφαία κατηγορία χρειάζεται χρόνο για να καλυφθεί, ωστόσο η Ελλάδα βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν από τη βαθμίδα Α- στην κλίμακα της Scope. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ουσιαστική αναγνώριση της δημοσιονομικής προσαρμογής, της σημαντικής αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, της εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος και της αξιοσημείωτης ανθεκτικότητας που επέδειξε η οικονομία απέναντι στις διαδοχικές διεθνείς κρίσεις.
Στοιχήματα για την Ανάπτυξη
Ωστόσο, το επόμενο βήμα για την κατάκτηση της βαθμίδας Α δεν θα κριθεί μόνο από τη διατήρηση των θετικών δημοσιονομικών επιδόσεων, αλλά και από την ικανότητα της χώρας να μετατρέψει τη σημερινή δυναμική σε διατηρήσιμη και ισχυρή ανάπτυξη.
Σύμφωνα με τους οίκους αξιολόγησης, τα βασικά κλειδιά για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους, μέσω της επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων και της πραγματοποίησης πρόωρων αποπληρωμών, καθώς και η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Παράλληλα, απαιτείται η υιοθέτηση ενός αξιόπιστου πολυετούς προγράμματος μεταρρυθμίσεων, το οποίο θα στοχεύει στην αύξηση της παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας. Καθοριστική σημασία έχουν οι παραγωγικές επενδύσεις, η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, η σταθερότητα του φορολογικού συστήματος, η αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση και ο περαιτέρω περιορισμός της φοροδιαφυγής. Ένα σημαντικό εμπόδιο παραμένει το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο αντανακλά τη χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, την ισχυρή εξάρτηση από εισαγωγές και το υψηλό ενεργειακό κόστος. Η Scope εκτιμά ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να παραμείνει στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα. Για να επιτευχθεί ο περιορισμός του, η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, υποκατάσταση μέρους των ενεργειακών εισαγωγών, ανάπτυξη δικτύων και συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, καθώς και μεγαλύτερη διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης πέρα από τον τουρισμό.
<!– /118338042/Enikonomia.gr300×250Inline2 –>
Προϋποθέσεις για την Ανώτερη Βαθμίδα
Σύμφωνα με στελέχη του οικονομικού επιτελείου, για να ολοκληρώσει επιτυχώς αυτήν τη διαδρομή, η Ελλάδα θα χρειαστεί υψηλότερη παραγωγικότητα, χαμηλότερο δημόσιο χρέος, ισχυρότερους θεσμούς και μικρότερες εξωτερικές ανισορροπίες. Εάν, εντός της επόμενης διετίας, η χώρα αποδείξει ότι μπορεί να αναπτύσσεται με διατηρήσιμο τρόπο και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, διατηρώντας ταυτόχρονα τη δημοσιονομική της αξιοπιστία, τότε η ελληνική οικονομία θα έχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να αλλάξει κατηγορία.
Η κατάκτηση της βαθμίδας Α θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση του κόστους δανεισμού τόσο για το Δημόσιο όσο και για τις ελληνικές επιχειρήσεις, διευρύνοντας παράλληλα την επενδυτική βάση της χώρας με την προσέλκυση θεσμικών κεφαλαίων μακροπρόθεσμου ορίζοντα.
Καταλύτης για την Ανάπτυξη
Στην ίδια θετική κατεύθυνση λειτουργεί και η αναβάθμιση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς. Η αναταξινόμηση του Χρηματιστηρίου Αθηνών από τον FTSE Russell, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 21 Σεπτεμβρίου 2026, καθώς και η απόφαση του MSCI να εντάξει την Ελλάδα στις ανεπτυγμένες αγορές από τον Μάιο του 2027, αποτελούν ένα ακόμη ισχυρό μήνυμα επιστροφής στην ευρωπαϊκή οικονομική κανονικότητα.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει, επιπλέον, τη διεθνή προβολή της ελληνικής αγοράς και επιτρέπει την προσέγγιση μιας διαφορετικής και ευρύτερης κατηγορίας θεσμικών επενδυτών, οι οποίοι τοποθετούνται αποκλειστικά ή κυρίως σε ανεπτυγμένες αγορές. Παράλληλα, μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ρευστότητας, στην αύξηση της διαφάνειας και στην περαιτέρω σύγκλιση των εισηγμένων επιχειρήσεων με τα διεθνή πρότυπα εταιρικής διακυβέρνησης. Η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου και η βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης λειτουργούν συμπληρωματικά, καθώς διευκολύνουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε επενδυτικά κεφάλαια, ενώ ταυτόχρονα περιορίζουν το κόστος χρηματοδότησης.
Ο Ορίζοντας της Αναβάθμισης
Ρεαλιστικά, η Ελλάδα θα μπορούσε να φτάσει στην κατηγορία Α μέσα στα επόμενα δύο έως τρία χρόνια, τουλάχιστον από την πλευρά ορισμένων οίκων αξιολόγησης, εφόσον συνεχιστούν η μείωση του χρέους, η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων και η αποτελεσματική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.
Η Scope αξιολογεί ήδη τη χώρα με BBB+, δηλαδή μόλις μία βαθμίδα πριν από το Α-. Μια νέα αναβάθμιση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσα στους επόμενους 18 έως 36 μήνες, εάν αποδειχθεί ότι οι επενδύσεις αυξάνουν μόνιμα την παραγωγικότητα και ότι οι εξωτερικές ανισορροπίες περιορίζονται σημαντικά.
Η Moody’s διατηρεί την Ελλάδα στη βαθμίδα Baa3 με θετικές προοπτικές. Για να φτάσει η χώρα στο A3 απαιτούνται τρεις διαδοχικές αναβαθμίσεις – Baa2, Baa1 και στη συνέχεια A3. Επομένως, ο χρονικός ορίζοντας είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με τη Scope και θα εξαρτηθεί από τη συνέπεια της οικονομικής πολιτικής και την ανθεκτικότητα της ανάπτυξης μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η DBRS και η R&I αξιολογούν την Ελλάδα με BBB και θετικές προοπτικές. Αυτό σημαίνει ότι είναι πιθανό να προηγηθεί αναβάθμιση στη βαθμίδα BBB+, πριν ανοίξει ο δρόμος για μια επόμενη κίνηση προς το Α-.
Η S&P και η Fitch βρίσκονται επίσης στη βαθμίδα BBB, με σταθερές προοπτικές. Πριν από οποιαδήποτε αναβάθμιση, είναι πιθανό να προηγηθεί η αλλαγή των προοπτικών σε θετικές. Οι επόμενες προγραμματισμένες αξιολογήσεις τους αναμένονται στις 23 Οκτωβρίου και στις 6 Νοεμβρίου 2026 αντίστοιχα.
