30/09/2026

Σπίτια χωρίς μόνωση, αυτοκίνητα 20ετίας – Η Ελλάδα πληρώνει ακριβά την ενεργειακή κρίση | Moneyreview.gr

Σπίτια χωρίς μόνωση, αυτοκίνητα 20ετίας – Η Ελλάδα πληρώνει ακριβά την ενεργειακή κρίση | Moneyreview.gr

Η σύσταση του επιτρόπου Ενέργειας Νταν Γιόγκερσεν για µείωση της ενεργειακής κατανάλωσης συναντά µια πραγµατικότητα στην Ελλάδα που περιορίζει σηµαντικά τα περιθώρια εξοικονόµησης για τα ελληνικά νοικοκυριά. Η ενεργειακή φτώχεια από τη µια, ένας γερασµένος στόλος αυτοκινήτων και ένα ακόµη πιο γερασµένο κτιριακό απόθεµα συνθέτουν ένα παράδοξο για την Ελλάδα, που αντανακλά τις δοµικές αδυναµίες της όλης προσπάθειας.

Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών (20%) διπλάσιο του µέσου ευρωπαϊκού όρου. Σχεδόν ένα στα πέντε νοικοκυριά δεν έχει πρόσβαση σε θέρµανση, ψύξη, φωτισµό και λειτουργία οικιακών συσκευών που να διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Ταυτόχρονα όµως η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες µε την υψηλότερη κατανάλωση ενέργειας ανά κατοικία. Συµβαίνει δηλαδή τα ελληνικά νοικοκυριά να κρυώνουν το χειµώνα αλλά να πληρώνουν ενέργεια που χάνεται σε «σπάταλα» ενεργειακά κτίρια.

Η Ελλάδα είναι η χώρα µε τα περισσότερα νοικοκυριά που δεν µπορούν να κρατήσουν επαρκώς τα σπίτια τους τον χειµώνα ζεστά, µεταξύ των χωρών της Ε.Ε. Το 2023 το ποσοστό αυτό ήταν 19,2% έναντι 10,6% του ευρωπαϊκού µέσου όρου, το 2024 το ποσοστό παρέµεινε σχεδόν σταθερό στο 19% έναντι 9,2% µέσου ευρωπαϊκού όρου και το 2025 υποχώρησε στο 18,1% έναντι 8,8% µέσου ευρωπαϊκού όρου, φέρνοντας τη χώρα στην πρώτη θέση της Ευρώπης.

Η εξοικονόµηση ενέργειας µε τη µορφή της «στέρησης» αναµένεται πάντως να αυξηθεί καθώς ο πληθωρισµός «ροκανίζει» το διαθέσιµο εισόδηµα και ταυτόχρονα το νέο κύµα αυξήσεων στις τιµές ενέργειας επιτείνει το ενεργειακό κόστος. Από τα διαθέσιµα στοιχεία καταναλώσεων σε ρεύµα, φυσικό αέριο και καύσιµα, υπολογίζεται ότι µε βάση τις τρέχουσες τιµές το πρόσθετο κόστος για τα νοικοκυριά σε σχέση µε πέρυσι θα προσεγγίσει φέτος τα 500 εκατ. ευρώ από τη στιγµή που θα ανάψουν και οι καυστήρες για θέρµανση.

Παλιές κατοικίες

Πάνω από το 50% των κατοικιών στην Ελλάδα έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980, ενώ το 35,7% χτίστηκε µόνο στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Περίπου έξι στις δέκα κατοικίες δεν διαθέτουν επαρκή θερµοµόνωση, ενώ το 75% του κτιριακού αποθέµατος κατατάσσεται στις χαµηλές ενεργειακές κατηγορίες Ε-Η. Μόλις το 3,76% βρίσκεται στις κατηγορίες Α-Β.

Το αποτέλεσµα αποτυπώνεται και στην εξέλιξη της κατανάλωσης. Την περίοδο 2010-2023 η ενέργεια για θέρµανση ανά τετραγωνικό µέτρο µειώθηκε κατά περίπου 3,6% ετησίως. Ωστόσο, µέρος αυτής της µείωσης συνδέεται µε την ενεργειακή φτώχεια και τον περιορισµό της θέρµανσης και όχι µε τεχνικές παρεµβάσεις σε κτίρια για ενεργειακή αναβάθµιση. Αντίθετα, µεταξύ 2000 και 2023 η κατανάλωση ανά κατοικία για ηλεκτρικές συσκευές και φωτισµό αυξήθηκε κατά 57% και για ψύξη κατά 353%. Σε απόλυτους αριθµούς η Ελλάδα εµφανίζει σχετικά χαµηλή οικιακή κατανάλωση λόγω του ήπιου κλίµατος.

Μετά την κλιµατική διόρθωση, όµως, η εικόνα αλλάζει αισθητά: από την έκτη χαµηλότερη θέση στην Ε.Ε. υποχωρεί στη 17η, ενώ µε αναγωγή στο µέσο ευρωπαϊκό κλίµα βρίσκεται µεταξύ των πέντε χωρών µε την υψηλότερη κατανάλωση ανά κατοικία.

Τα τελευταία 15 χρόνια έχουν κινητοποιηθεί περίπου 2,5 δισ. ευρώ µέσω των προγραµµάτων «Εξοικονοµώ» για την ενεργειακή αναβάθµιση σχεδόν 200.000 κατοικιών.

Παρά τη σηµαντική χρηµατοδότηση, η Ελλάδα καταγράφει την τρίτη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. ως προς το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν ότι η κατοικία τους αναβαθµίστηκε ενεργειακά την τελευταία πενταετία: µόλις 9,5%, έναντι 23,9% του ευρωπαϊκού µέσου όρου. Ο ρυθµός ανακαίνισης παραµένει λίγο πάνω από το 1% του κτιριακού αποθέµατος ετησίως, εξέλιξη που συνδέεται και µε τον σχεδιασµό, τις καθυστερήσεις και εν πολλοίς τη χαµηλή αποτελεσµατικότητα των προγραµµάτων ενεργειακής αναβάθµισης.

Τα προγράµµατα αντικατάστασης συσκευών λειτούργησαν περισσότερο ως επιδότηση κατανάλωσης και επιδότηση αγοράς συσκευών χωρίς κριτήρια. Το «Ανακυκλώνω – Αλλάζω Συσκευή» µε πόρους ύψους 150 εκατ. ευρώ δέχτηκε 879.026 αιτήσεις και έκρινε επιλέξιµες τις 149.948, ποσοστό µόλις 17%. Το «Αλλάζω σύστηµα θέρµανσης και θερµοσίφωνα» µε προϋπολογισµό 647,1 εκατ. και 192.000 αιτήσεις, και επιδότηση 50% ακόµη και για υψηλά εισοδήµατα, προχώρησε µε λάθος σχεδιασµό ως προς τη σειρά των παρεµβάσεων. Μια αντλία σε σπίτι που δεν έχει µονωθεί πρώτα, θα πρέπει για να θερµάνει την κατοικία να είναι µεγάλης δυναµικότητας και να καταναλώνει πολύ ρεύµα.

Το βάρος µεταφέρεται πλέον στο νέο «Εξοικονοµώ», ύψους 1,2 δισ. ευρώ, και στις δράσεις του Κοινωνικού Κλιµατικού Ταµείου, µε χρηµατοδότηση 930 εκατ. ευρώ για 130.000 αντλίες θερµότητας και 70.000 ηλιακούς θερµοσίφωνες. Προτεραιότητα, όπως τονίζει στην «Κ» ο καθηγητής Ενεργειακής Οικονοµίας του ΕΜΠ, Παντελής Κάπρος, «πρέπει να δοθεί στις βαθιές ανακαινίσεις κτιρίων υψηλής κατανάλωσης, στη µόνωση ολόκληρων πολυκατοικιών αντί µεµονωµένων διαµερισµάτων και στην ανεξάρτητη αξιολόγηση των προγραµµάτων µε πραγµατικές µετρήσεις του ενεργειακού αποτελέσµατος».

Παλιά αυτοκίνητα

Ανάλογο πρόβληµα εµφανίζεται στις µεταφορές, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 43% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ελλάδα. Ο ελληνικός στόλος επιβατικών αυτοκινήτων έχει µέση ηλικία περίπου 17,8 έτη, έναντι 12,7 ετών στην Ε.Ε., ενώ περίπου ένα στα δύο Ι.Χ. είναι ηλικίας άνω των 20 ετών. Η διείσδυση της ηλεκτροκίνησης παραµένει περιορισµένη. Τα αµιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντιστοιχούσαν περίπου στο 6,2% των νέων πωλήσεων το 2025 και µαζί µε τα plug-in υβριδικά στο 14,3%.

Παρότι ο δείκτης ενεργειακής αποδοτικότητας των ελληνικών µεταφορών έχει βελτιωθεί, µέρος της προόδου στα Ι.Χ. αποδίδεται, όπως και στις κατοικίες, στην αλλαγή συµπεριφοράς λόγω της συµπίεσης του διαθέσιµου εισοδήµατος. «Ενα ταχύρρυθµο πρόγραµµα δικτύων φόρτισης από κρατικό φορέα όπως ο ∆Ε∆∆ΗΕ, είναι κλειδί για τη διάδοση της ηλεκτροκίνησης», τονίζει ο κ. Κάπρος. Σύµφωνα µε τον ίδιο, χρειάζεται επίσης πρόγραµµα απόσυρσης παλαιών αυτοκινήτων, µέτρα υποχρεωτικής ηλεκτροκίνησης σε επαγγελµατικά οχήµατα (και αυτά µε leasing) και ενίσχυση των δηµοσίων µέσων µεταφοράς.

Η εξάρτηση από το αυτοκίνητο, πάντως, αφήνει µικρά περιθώρια άµεσης αντίδρασης ακόµη και όταν οι τιµές εκτοξεύονται. Στο εξάµηνο Μαρτίου – Αυγούστου, παρά την άνοδο της βενζίνης πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο, η κατανάλωσή της µειώθηκε µόλις κατά 1,3%, ενώ στο ντίζελ κίνησης η πτώση περιορίστηκε µόλις στο 0,1%. Η στάση των καταναλωτών το επόµενο διάστηµα θα κριθεί αφενός από την πορεία των τιµών και αφετέρου από τα κυβερνητικά µέτρα που θα ανακοινωθούν σήµερα για τη συγκράτησή τους από την κυβέρνηση και τις αποφάσεις των διυλιστηρίων για παράταση των επιδοτήσεων.

Ενέργεια: Επιπλέον 100 δισ. ευρώ κόστισε στην Ευρώπη ο πόλεμος με το Ιράν

Μόλις 9,5% των Ελλήνων διαμένει σε κατοικία που βελτιώθηκε ενεργειακά

Βαρύς ο λογαριασμός της ενεργειακής κρίσης

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News