Αττική: Υψηλός ο κίνδυνος πλημμυρών παρά τα έργα – Επικαιροποίηση και νέα μέτρα απαραίτητα
Ο επίκουρος καθηγητής Γεωλογίας του ΕΚΠΑ, Μιχάλης Διακάκης, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την αντιπλημμυρική προστασία του λεκανοπεδίου Αττικής, τονίζοντας την ανάγκη για άμεσες και στοχευμένες παρεμβάσεις.
Η Αττική, λόγω της υψηλής συγκέντρωσης υποδομών, περιουσιών και οικονομικών δραστηριοτήτων, παρουσιάζει σημαντική επικινδυνότητα και ευαλωτότητα απέναντι στα πλημμυρικά φαινόμενα.
Τα υφιστάμενα αντιπλημμυρικά έργα στο λεκανοπέδιο, αν και πολυάριθμα, αποτελούν ένα συνδυασμό παλαιότερων και νεότερων παρεμβάσεων με διαφορετικές προδιαγραφές. Ενώ ορισμένα έργα αποδεικνύονται αποτελεσματικά σε φαινόμενα χαμηλότερης έντασης, δεν επαρκούν όταν οι βροχοπτώσεις και οι παροχές υπερβαίνουν τα όρια σχεδιασμού τους, ειδικά στην εποχή των ακραίων φαινομένων. Συνεπώς, είναι επιτακτική ανάγκη η ενίσχυση των προσπαθειών για νέα έργα, παράλληλα με τη συντήρηση και αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών.
Τα πρόσφατα γεγονότα σε Κρήτη, Ρόδο και Εύβοια υπενθυμίζουν την ευαλωτότητα της χώρας. Απαιτείται σταθερή και συστηματική συνέχεια στις παρεμβάσεις μείωσης του κινδύνου, με εστίαση στην πρόληψη, την ετοιμότητα και την προστασία των πιο ευάλωτων περιοχών.
Η συνέντευξη του Μιχάλη Διακάκη, επίκουρου καθηγητή Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στον Γιώργο Ψύλλια:
Κύριε Διακάκη, σε ποιο βαθμό είναι θωρακισμένη η Αττική έναντι ενός νέου σοβαρού κύματος κακοκαιρίας, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα στην Κρήτη τον Σεπτέμβριο;
Η Αττική, λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης υποδομών, περιουσιών και κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων, παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλή επικινδυνότητα και τρωτότητα στα πλημμυρικά φαινόμενα. Η εκτεταμένη κάλυψη του φυσικού εδάφους από αδιαπέρατες επιφάνειες και ο πυκνός δομημένος ιστός περιορίζουν την απορρόφηση των υδάτων και δυσχεραίνουν την ασφαλή απορροή τους, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες και την υλοποίηση αντιπλημμυρικών παρεμβάσεων τα τελευταία χρόνια, η Αττική εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό πλημμυρικό κίνδυνο.
Είναι επαρκή και σύγχρονα τα υφιστάμενα αντιπλημμυρικά έργα στο λεκανοπέδιο, ή απαιτούνται νέες παρεμβάσεις;
Τα αντιπλημμυρικά έργα στο λεκανοπέδιο, παρά την πολυάριθμη φύση τους, αποτελούν ένα σύνολο από παλαιότερες και νεότερες παρεμβάσεις με διαφορετικές προδιαγραφές και δυνατότητες. Ορισμένα έργα μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε φαινόμενα χαμηλότερης έντασης, αλλά δεν επαρκούν όταν οι βροχοπτώσεις και οι παροχές υπερβαίνουν τα όρια σχεδιασμού τους, δηλαδή όταν βρισκόμαστε στη σφαίρα των ακραίων φαινομένων. Επομένως, κρίνεται απαραίτητο να ενισχυθούν οι προσπάθειες για νέα έργα, σε συνδυασμό με τη συντήρηση και την αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην ανάσχεση της απορροής στους ορεινούς όγκους μέσω μικρής κλίμακας ανασχετικών φραγμάτων, καθώς και στην αντιδιαβρωτική προστασία των καμένων εκτάσεων. Οι επανειλημμένες πυρκαγιές καθιστούν αυτές τις παρεμβάσεις ουσιαστικό μέρος της αντιπλημμυρικής προστασίας της Αττικής, δεδομένου ότι γνωρίζουμε ότι έχουν ενισχύσει σημαντικά τον κίνδυνο πλημμυρών.
Δεδομένου του κινδύνου ενός καιρικού φαινομένου τύπου «Ντάνιελ», πιστεύετε ότι η χώρα είναι πλέον πιο θωρακισμένη και έμπειρη;
Η χώρα διαθέτει πλέον μεγαλύτερη εμπειρία στη διαχείριση μεγάλων πλημμυρών, στην αποκατάσταση των ζημιών και στην παροχή βοήθειας στους πληγέντες. Τα τελευταία χρόνια έχουν καταβληθεί συστηματικές προσπάθειες βελτίωσης σε αυτούς τους τομείς. Ωστόσο, η αυξημένη εμπειρία δεν συνεπάγεται περιορισμό του κινδύνου σε χαμηλά επίπεδα. Η ένταση και η επαναλαμβανόμενη εκδήλωση ακραίων φαινομένων μπορούν να ξεπεράσουν τις δυνατότητες των υποδομών και των μηχανισμών αντιμετώπισης, παρά τις προηγούμενες παρεμβάσεις.
Τα γεγονότα στην Κρήτη, στη Ρόδο και στην Εύβοια υπενθυμίζουν ότι εξακολουθούμε να είμαστε ευάλωτοι. Χρειάζεται, συνεπώς, σταθερή και συστηματική συνέχεια στις παρεμβάσεις μείωσης του κινδύνου, με έμφαση στην πρόληψη, στην ετοιμότητα και στην προστασία των περισσότερο εκτεθειμένων περιοχών.
Γιατί παρατηρούμε όλο και πιο καταστροφικές πλημμύρες με την πάροδο των ετών, ενώ παράλληλα η Ευρώπη αντιμετωπίζει και παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας;
Η επιδείνωση του πλημμυρικού κινδύνου οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Η κλιματική αλλαγή ενισχύει τις συνθήκες εκδήλωσης έντονων βροχοπτώσεων, ενώ η επέκταση των πόλεων και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε πλημμυρικά πεδία αυξάνει την έκθεση σε αυτές. Ως αποτέλεσμα, σε πολλές περιοχές, περισσότεροι άνθρωποι, περιουσίες και υποδομές βρίσκονται σήμερα σε ζώνες υψηλού κινδύνου.
Επιπλέον, οι κοινωνίες μας εξαρτώνται από ολοένα περισσότερα διασυνδεδεμένα δίκτυα και υποδομές. Μια βλάβη σε μία υποδομή μπορεί να προκαλέσει διαδοχικές δυσλειτουργίες σε άλλες, διευρύνοντας τις συνέπειες μιας πλημμύρας και αυξάνοντας κατακόρυφα το κόστος της.
Η συνύπαρξη πλημμυρών και ξηρασίας δεν αποτελεί αντίφαση. Μεγάλες περίοδοι χωρίς βροχή μπορούν να ακολουθούνται από πολύ έντονες βροχοπτώσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα, στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης που βιώνουμε. Επομένως, σημασία δεν έχει μόνο η συνολική ποσότητα της βροχής, αλλά και η ένταση, η διάρκεια και η κατανομή της μέσα στον χρόνο.
Είναι οι υποδομές σημαντικός κρίκος στην αλυσίδα του κινδύνου;
Οι κρίσιμες υποδομές αποτελούν καθοριστικό κρίκο σε αυτή την αλυσίδα. Η πρόσφατη έρευνα του ΕΚΠΑ αναδεικνύει ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως «ενισχυτές» των επιπτώσεων των φυσικών καταστροφών, αυξάνοντας τόσο το οικονομικό κόστος όσο και το εύρος και τη διάρκεια των συνεπειών τους. Για παράδειγμα, μια διακοπή ηλεκτροδότησης μπορεί να επηρεάσει την ύδρευση, τις τηλεπικοινωνίες ή τη λειτουργία μονάδων υγείας, ακόμη και αν οι ίδιες οι εγκαταστάσεις τους δεν έχουν πλημμυρίσει.
Στο ΕΚΠΑ, αξιοποιώντας μια νέα βάση δεδομένων και ένα μοντέλο ανάλυσης των επιπτώσεων, διαπιστώνουμε ότι η λειτουργία και οι αλληλεξαρτήσεις των κρίσιμων υποδομών είναι από τους καθοριστικούς παράγοντες για το πόσο εκτεταμένες γίνονται οι συνέπειες ενός ακραίου φαινομένου. Η προστασία τους, επομένως, αφορά όχι μόνο την αποφυγή υλικών ζημιών, αλλά και τη διατήρηση βασικών υπηρεσιών για την κοινωνία.
