«KKE: Η Συμφωνία ΕΕ Στερεί Ζωτικό Χώρο από Γεωργούς, Κτηνοτρόφους, Μελισσοκόμους και Ψαράδες»
Επικριτικά σχολιάζει τη συμφωνία ΕΕ – Mercosur το Γραφείο Τύπου του ΚΚΕ, χαρακτηρίζοντάς ως «εχθρική πράξη» για τους βιοπαλαιστές των κλάδων που αφορά και καταλογίζει ευθύνες στην κυβέρνηση για την έγκρισή της. Στη σχετική ανακοίνωση αναφέρεται ότι: «Η έγκριση της συμφωνίας “ελεύθερου εμπορίου” ανάμεσα στην ΕΕ και τις χώρες της Mercosur από την κυβέρνηση της
Σφοδρή Κριτική στη Συμφωνία ΕΕ – Mercosur από το ΚΚΕ
Το Γραφείο Τύπου του ΚΚΕ προβαίνει σε αυστηρές παρατηρήσεις σχετικά με τη συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και των χωρών της Mercosur, αποκαλώντας την «εχθρική πράξη» για τους βιοπαλαιστές που πλήττονται. Η κυβέρνηση κατηγορείται για την έγκρισή της.
Αναλυτικά στην ανακοίνωσή τους αναφέρεται ότι: «Η έγκριση της συμφωνίας “ελεύθερου εμπορίου” ανάμεσα στην ΕΕ και τις χώρες της Mercosur από την κυβέρνηση της ΝΔ αποτελεί μια ακόμα πράξη εχθρική προς τους βιοπαλαιστές γεωργούς, κτηνοτρόφους, μελισσοκόμους και ψαράδες, την ώρα που δίνουν έναν ηρωικό αγώνα στα μπλόκα για την επιβίωσή τους.
Για τα οφέλη των μεγάλων βιομηχανιών και εξαγωγών, η κυβερνητική πολιτική αφήνει τους παραγωγούς ανυπεράσπιστους απέναντι στον αθέμιτο ανταγωνισμό προϊόντων που παράγονται με χαμηλού κόστους εργασία καθώς και με απαγορευμένα φυτοφάρμακα στην ΕΕ. Το πραγματικό πρόσωπο της κοινής αγροτικής πολιτικής (ΚΑΠ) είναι ένα περιβάλλον υψηλού κόστους παραγωγής σε αντίθεση με τις «ανοιχτές πόρτες» για τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων.
Οι υποσχέσεις ύψους 45 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – προκαταβολές επιδοτήσεων για τα έτη 2028-2034 – εκλαμβάνονται ως μια παγίδα προκειμένου να “καλύψουν” τις συνέπειες που υπέστησαν οι αγρότες. Οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί περί “ισχυρών δικλείδων ασφαλείας” και προστασίας των προϊόντων ΠΟΠ θεωρούνται προσβλητικοί ψευδείς ισχυρισμοί.»
Στην ίδια ανακοίνωση τονίζεται πως: «Η εν λόγω συμφωνία οδηγεί άμεσα σε υπονόμευση των κοινωνικών αναγκών για ποιοτικά και προσιτά τρόφιμα. Ο πληθυσμός θα αναγκαστεί να πληρώσει περισσότερα για εισαγόμενα προϊόντα αμφιλεγόμενης ποιότητας ενώ οι εγχώριες δυνατότητες παραγωγής θυσιάζονται στο βωμό του μονοπωλιακού ανταγωνισμού. Έτσι, η εξασφάλιση φθηνών κι αξιόπιστων τροφίμων συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα του αγροτικού τομέα, καθιστώντας τον αγώνα αυτόν υπόθεση όλου του λαού.
Η έγκριση αυτής της συμφωνίας δεν σηματοδοτεί το τέλος του αγώνα. Η συλλογική δύναμη εργατών, γεωργών καθώς και όλων των κατοίκων έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να μειώσει τις αρνητικές συνέπειες αλλά να σπάσει κάθε δεσμό ασφυκτικών σχεδιασμών που αντιτίθενται στα δικαιώματα των πολλών ενάντια στα κέρδη των μονοπωλίων καθώς επίσης στις δεσμεύσεις που επιβάλλει η ΕΕ.»
