16/02/2026

Η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Άγκυρα: Σαφείς Όροι για Νέο Ελληνοτουρκικό Διάλογο και Προσδοκίες για Διαπραγμάτευση

Μια νέα βάση έχει τεθεί για τον ελληνοτουρκικό διάλογο μετά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας στην Άγκυρα όπου η πολύ επιτυχημένη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, την περασμένη Τετάρτη, δημιουργεί προσδοκίες πως μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για διαπραγμάτευση. Αλλωστε, ο Τούρκος Πρόεδρος κατά τη διάρκεια των δηλώσεών του και

Η αποτίμηση της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν: Το casus belli, τα μηνύματα φιλίας και οι συμφωνίες Ελλάδας-Τουρκίας

Μια νέα βάση έχει τεθεί για τον ελληνοτουρκικό διάλογο μετά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας στην Άγκυρα. Η επιτυχημένη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, την περασμένη Τετάρτη, δημιουργεί προσδοκίες ότι μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για διαπραγμάτευση. Ο Τούρκος Πρόεδρος, αναφερόμενος στο Αιγαίο, δήλωσε πως «παρόλο που τα υφιστάμενα ζητήματα είναι ακανθώδη, δεν είναι άλυτα στη βάση του Διεθνούς Δικαίου». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επεσήμανε αυτή την αποστροφή, εκφράζοντας την ελπίδα του: «Εύχομαι ειλικρινά, κύριε Πρόεδρε, να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση».

Των Π. ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟΥ, ΕΥ. ΑΡΕΤΑΙΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews

Η Αθήνα «διαβάζει» και στις δηλώσεις του Ερντογάν, καθώς και σε εκείνες του Χακάν Φιντάν από τον Οκτώβριο και έπειτα, μια διάθεση διαπραγμάτευσης από την τουρκική πλευρά. Διπλωματικές πηγές ανέφεραν στη Realnews ότι στην κυβέρνηση και στο υπουργείο Εξωτερικών εκτιμούν πως οι δηλώσεις του Ερντογάν στην Άγκυρα είναι στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνες του Φιντάν, υποδηλώνοντας πιθανή κινητικότητα στα ελληνοτουρκικά. Ωστόσο, άμεσες εξελίξεις δεν αναμένονται, καθώς τόσο η ελληνική όσο και η τουρκική κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσουν εκλογικές αναμετρήσεις το 2027. Οι ίδιες πηγές θεωρούν ότι η διάθεση διαπραγμάτευσης των Τούρκων οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, με σημαντικότερο τη διεθνή γεωπολιτική αστάθεια που προκλήθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία έχει αντίκτυπο στην ευρύτερη περιοχή. Αυτή την περίοδο, η Τουρκία εστιάζει στις εξελίξεις στη Συρία, στις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν, στην αντιπαλότητα με το Ισραήλ και στις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν επιθυμεί να ανοίξει μέτωπο με την Ελλάδα, ειδικά μετά την εμπειρία του τελευταίου εξαμήνου, όπου η Αθήνα εμπόδισε τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα SAFE, κάτι που οι Τούρκοι θεωρούσαν δεδομένο έως τον Ιούλιο του 2025.

Καθώς η Τουρκία αντιμετωπίζει ανοιχτά ζητήματα με την Ε.Ε., από την εταιρική σχέση έως τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή άμυνα και τον νέο μηχανισμό SAFE 2 (που αναμένεται μετά τη λήξη του SAFE το 2027), η αλλαγή πλεύσης κρίθηκε επιβεβλημένη στο Λευκό Παλάτι και στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών. Η ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων μέσω νέων εξοπλισμών, καθώς και οι στρατηγικές σχέσεις της Ελλάδας με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, έχουν επίσης επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιμετωπίζει την Αθήνα.

ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια κατασκευής δρόμου ρύγχος ιχθυόσαυρου και μια ρωμαϊκή φάρμα

Την Κυριακή με τη Realnews: Ό,τι και αν αγοράσεις, σκανάρεις και κερδίζεις!

Τραγωδία στη «Βιολάντα»: Έγγραφα – «φωτιά» στο σπίτι του ιδιοκτήτη – «Είχα κάνει μια προσφορά για να βελτιώσω όλες τις εγκαταστάσεις του υγραερίου…»

Νέο κεφάλαιο στις έρευνες υδρογονανθράκων: Πέφτουν σήμερα οι υπογραφές με Chevron – Helleniq Energy – Τα επόμενα βήματα και τα ορόσημα

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα στη ροή ειδήσεων του enikos.gr

Ο μοχλός πίεσης της ελληνικής πλευράς στην Άγκυρα είναι η άρση του casus belli. Για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες, η Ελλάδα άλλαξε τακτική και δεν παρακολουθεί πλέον αδρανής την Τουρκία να προσθέτει συνεχώς ζητήματα και διεκδικήσεις στην ατζέντα. Το αίτημα για άρση του casus belli – ένα διαπραγματευτικό χαρτί που έθεσε στο τραπέζι η ελληνική κυβέρνηση ως αντάλλαγμα για να συναινέσει στη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE – φαίνεται να έχει ευρύτερη χρησιμότητα. Ο Ερντογάν θα μπορούσε πράγματι να ζητήσει από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση να ακυρώσει την απόφαση του 1995, αν και αυτό θα αποτελούσε μια ξεκάθαρη υποχώρηση που δεν είναι διατεθειμένος να κάνει. Πέρα από τον άμεσο τρόπο άρσης, υπάρχει και ο έμμεσος: να αρθούν οι υποκείμενες παράμετροι, όπως τις περιγράφουν διπλωματικές πηγές, δηλαδή να προχωρήσει η διαπραγμάτευση για τα ζητήματα οριοθέτησης, ώστε το casus belli να μην έχει πλέον νόημα.

«Αν όχι τώρα, πότε;»

Η πρόθεση της Τουρκίας να προχωρήσει σε αυτόν τον δρόμο θα φανεί το επόμενο διάστημα. Η ελληνική πλευρά έχει οριοθετήσει ξεκάθαρα την πορεία του ελληνοτουρκικού διαλόγου, ο οποίος περνά μέσα από την άρση του casus belli («αν όχι τώρα, πότε;» όπως σωστά επεσήμανε στην Άγκυρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης) και την αποδοχή από την Τουρκία να συζητήσει μόνο για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Όπως τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αυτή είναι η μόνη ελληνοτουρκική διαφορά που μπορεί να παραπεμφθεί σε διεθνές δικαστήριο. Αυτός ο περιορισμός του εύρους της διαπραγμάτευσης θα είναι το σημαντικό διακύβευμα όλων των διαβουλεύσεων και συνομιλιών που θα πραγματοποιηθούν μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων αξιωματούχων τους επόμενους μήνες, ίσως και τα επόμενα χρόνια.

Η συνάντηση της Άγκυρας κατέδειξε ότι οι δύο πλευρές κατάφεραν να επιτύχουν ένα πρωτοφανές «περιβάλλον κανονικότητας». Οι δύο ηγέτες ανέπτυξαν τις θέσεις και τις διαφορές τους δημόσια στις κοινές δηλώσεις, χωρίς να δημιουργηθεί πολεμικό κλίμα. Ούτε η αναφορά του Ερντογάν σε «τουρκική μειονότητα» στη Θράκη, στην οποία απάντησε άμεσα ο πρωθυπουργός υπενθυμίζοντας ότι η Συνθήκη της Λωζάννης ορίζει τη μειονότητα ως θρησκευτική, ούτε η ρητή αναφορά του πρωθυπουργού στην άρση του casus belli προκάλεσαν αναταραχή. Ενδεικτικό του κλίματος ήταν το χειροκρότημα του Ερντογάν προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Στο άψογο κλίμα συνέβαλαν η εξαντλητική προετοιμασία των διπλωματικών γραφείων και των υπουργών Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν, καθώς και η σχέση εμπιστοσύνης που έχουν αναπτύξει οι δύο ηγέτες. Η συνάντησή τους στο Λευκό Παλάτι διήρκεσε πάνω από δύο ώρες, κατά τις οποίες όλα τα ζητήματα συζητήθηκαν σε βάθος, με τους δύο ηγέτες να ακούν με προσοχή ο ένας τον άλλον. Η θετική πορεία στα ελληνοτουρκικά θα φανεί από την ταχύτητα της επόμενης συνάντησης, πιθανότατα στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7-8 Ιουλίου.

Πώς είδε ο τουρκικός Τύπος την επίσκεψη Μητσοτάκη

Οι διμερείς σχέσεις και η επικοινωνιακή παρέμβαση σταθερότητας σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον

Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα αντιμετωπίστηκε από τον τουρκικό Τύπο και τις πολιτικές αναλύσεις ως ένα γεγονός που έπρεπε να «διαβαστεί» σε δύο επίπεδα: ως διαχείριση μιας δύσκολης διμερούς σχέσης και ως επικοινωνιακή παρέμβαση σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον. Η πιο «θεσμική» τουρκική ανάγνωση, όπως μεταφέρει το πρακτορείο Ανατολού, επικεντρώνεται στη διατήρηση του πλαισίου και όχι στην επίλυση μεγάλων προβλημάτων. Η καθηγήτρια Ζουχάλ Μερτ Ουζουνέρ τοποθετεί τη συνάντηση σε μια «μακρά αλυσίδα» διαχείρισης κρίσεων, τονίζοντας ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν λύθηκαν οι διαφορές, αλλά πώς επηρεάζονται οι σχέσεις «εν μέσω βαθιών κρίσεων στην περιοχή μας και στον κόσμο». Η φράση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν («πιστεύω ολόψυχα ότι πρέπει να κρατήσουμε ανοιχτά τα κανάλια διαλόγου με την Ελλάδα») λειτουργεί ως κεντρικός άξονας: όχι υπόσχεση επίλυσης, αλλά πρόταγμα διαχείρισης.

Στις εφημερίδες, παρατηρήθηκε μια σπάνια σύγκλιση τίτλων γύρω από το μήνυμα ότι «κανένα πρόβλημα δεν είναι άλυτο». Η «Χουριέτ» ανέδειξε την επίσκεψη ως βασικό πρωτοσέλιδο με τίτλο «Τα προβλήματά μας δεν είναι άλυτα», υιοθετώντας μια γλώσσα ελεγχόμενης αισιοδοξίας, αναγνωρίζοντας διαφορές αλλά αρνούμενη το αδιέξοδο. Η «Μιλιέτ», με τίτλο «Δεν υπάρχει άλυτο πρόβλημα», τόνισε τη σοβαρότητα και την οργάνωση της συνάντησης, ακόμη και μέσω της τελετής «τύπου Γ», υπογραμμίζοντας ότι η Άγκυρα στέλνει μήνυμα «διαλόγου» με προσεκτικά ρυθμισμένη σκηνοθεσία. Πολλά έντυπα και τηλεοπτικά μέσα εστίασαν στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο ως κέντρο βάρους. Η «Τζουμχουριέτ» το έκανε σαφές στον τίτλο της («Το Αιγαίο και η Μεσόγειος στο τραπέζι»), υπογραμμίζοντας ότι η «θετική ατζέντα» δεν ακυρώνει το σκληρό γεωπολιτικό περιεχόμενο. Η «Τουρκίγιε» κινήθηκε σε παρόμοια γραμμή («Μίλησαν για τη Μεσόγειο και το Αιγαίο»), προσθέτοντας την κλασική διατύπωση ότι τα ζητήματα είναι «αλληλένδετα, αλλά όχι άλυτα» και επισημαίνοντας ότι ο Μητσοτάκης φέρεται να είπε ότι «τα προβλήματα πρέπει να τα λύσουμε μεταξύ μας», κάτι που στον τουρκικό Τύπο ερμηνεύεται ως επιβεβαίωση της διμερούς οδού έναντι τρίτων πλαισίων.

Καλή θέληση

Τα φιλοκαθεστωτικά μέσα έδωσαν τον τόνο της «καλής θέλησης». Η «Σαμπάχ» πρόβαλε το μήνυμα ότι «με λίγη καλή θέληση κανένα ζήτημα δεν μένει άλυτο», χτίζοντας την εικόνα μιας ώριμης, διαλλακτικής Τουρκίας ικανής να διαχειριστεί κρίσεις. Η «Γενί Σαφάκ» αρκέστηκε σε λιτό τίτλο («Ο Μητσοτάκης στην Άγκυρα»), παρουσιάζοντας το γεγονός ως φυσιολογική εξέλιξη μιας «διπλωματίας γειτονίας». Η «Γενί Ακίτ» και η «Ακσάμ» επανέλαβαν σχεδόν μηχανικά την κεντρική γραμμή περί διαλόγου και επιλυσιμότητας, δείχνοντας ένα ενιαίο επικοινωνιακό σήμα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση της σημειολογίας από τον τουρκικό Τύπο. Η αναφορά στο κομπολόι – η λεγόμενη «διπλωματία του κομπολογιού» στο NTV – δείχνει μια τάση μετατροπής μικρών χειρονομιών σε αφήγημα πολιτικής υπεροχής. Η διαδικτυακή έκδοση της «Μιλιέτ» συνέδεσε το κομπολόι με αιχμηρές αναφορές στον ελληνικό Τύπο, αποκαλύπτοντας ότι πίσω από τον συμφιλιωτικό τόνο υπάρχει η ανάγκη η Άγκυρα να δείχνει ότι ελέγχει την παράσταση.

Συνολικά, η τουρκική κάλυψη κινήθηκε σε τόνο συγκρατημένης αισιοδοξίας, αποφεύγοντας θριαμβευτικούς χαρακτηρισμούς και δραματικές προσδοκίες. Η συνάντηση παρουσιάστηκε ως στοιχείο σταθερότητας σε αβέβαιο διεθνές περιβάλλον και ως ένδειξη ότι οι δύο πλευρές επιλέγουν τη διαχείριση αντί της κλιμάκωσης. Η «θετική ατζέντα» προβλήθηκε ως πρακτικό πλαίσιο συνεργασίας σε τομείς χαμηλής πολιτικής, χωρίς να υποβαθμίζονται οι βασικές διαφορές. Το γενικό μήνυμα δεν ήταν ότι επιτεύχθηκε καμπή, αλλά ότι διατηρείται ένα λειτουργικό κανάλι επικοινωνίας, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί, εφόσον οι συνθήκες το επιτρέψουν.