Το Ελληνικό Ακτινίδιο Θριαμβεύει στις Παγκόσμιες Αγορές: Διπλάσια Παραγωγή και Νέοι Προορισμοί Εξαγωγών
Τη θέση του στις παγκόσμιες αγορές ενισχύει το ελληνικό ακτινίδιο. Αυτό θεωρείται ως ένα από τα πιο σημαντικά εξαγώγιμα φρούτα της χώρας, καθώς η παραγωγή του έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία και μάλιστα νέες χώρες προστίθενται στον χάρτη των εξαγωγικών προορισμών, με την τελευταία προσθήκη να είναι αυτή του Βιετνάμ. Τα στοιχεία δείχνουν μια
Το ελληνικό ακτινίδιο κερδίζει έδαφος στις διεθνείς αγορές, εδραιώνοντας τη θέση του ως ένα από τα κορυφαία εξαγώγιμα φρούτα της χώρας. Η παραγωγή του έχει σημειώσει εντυπωσιακή άνοδο την τελευταία δεκαετία, ενώ το δίκτυο των εξαγωγικών προορισμών διευρύνεται συνεχώς, με το Βιετνάμ να αποτελεί την πιο πρόσφατη προσθήκη.
Τα επίσημα στοιχεία από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αποκαλύπτουν μια σταθερή ανοδική πορεία, τόσο στην παραγωγή όσο και στη διεθνή παρουσία του προϊόντος, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική σημασία του για τον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα.
Εντυπωσιακή Διπλασιασμός της Παραγωγής
Συγκεκριμένα, η εγχώρια παραγωγή ακτινιδίου εκτοξεύτηκε από 171.719 τόνους το 2014 σε 341.998 τόνους το 2024, παρουσιάζοντας αύξηση 100% μέσα σε μία δεκαετία. Αυτή η εκρηκτική ανάπτυξη αποδίδεται σε σημαντικές επενδύσεις σε νέες φυτεύσεις, στη βελτίωση των καλλιεργητικών πρακτικών και στην ενίσχυση της οργάνωσης της παραγωγής σε περιοχές με μακρά παράδοση στο ακτινίδιο.
Η Βόρεια Ελλάδα Πρωταθλήτρια
Η Βόρεια Ελλάδα παραμένει ο πυρήνας της καλλιέργειας ακτινιδίου. Κατά την περίοδο 2014-2024, η Κεντρική Μακεδονία κατέκτησε την πρώτη θέση με συνολική παραγωγή 1.402.269 τόνους. Ακολουθούν η Ήπειρος με 720.800 τόνους και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με 697.501 τόνους. Οι τρεις αυτές περιφέρειες, έχοντας επενδύσει σε σύγχρονες υποδομές, τυποποίηση και ποιότητα, αποτελούν τον κινητήριο μοχλό της παραγωγής και των εξαγωγών.
Όπως επισήμανε ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, «το ακτινίδιο έχει αναδειχθεί σε ένα από τα πιο ισχυρά χαρτιά της ελληνικής παραγωγής νωπών φρούτων, με σχεδόν διπλάσια παραγωγή από το 2014 έως το 2024 και με σταθερή βάση σε Περιφέρειες που έχουν επενδύσει στην ποιότητα και στην οργάνωση της καλλιέργειας». Πρόσθεσε δε ότι «η Κεντρική Μακεδονία, η Ήπειρος και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη αποτυπώνουν, με τους όγκους της δεκαετίας, πόσο συστηματικά χτίστηκε αυτή η εξαγωγική δυναμική».
Δυναμικές Εξαγωγές: Νέες Αγορές και Υψηλή Ζήτηση
Στο εξαγωγικό πεδίο, τα στοιχεία της τρέχουσας εμπορικής περιόδου (έως 13 Φεβρουαρίου) δείχνουν την εξαγωγή περίπου 154.069 τόνων ελληνικού ακτινιδίου. Μεταξύ των κορυφαίων προορισμών περιλαμβάνονται η Ισπανία (21.421 τόνοι), οι ΗΠΑ (18.259 τόνοι), η Ιταλία (15.031 τόνοι), η Βραζιλία (13.936 τόνοι) και η Πολωνία (8.592 τόνοι). Η διείσδυση σε αυτές τις αγορές καταδεικνύει τη σταθερή διεθνή ζήτηση για το ελληνικό προϊόν.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα στοιχεία του ΟΗΕ (UN Comtrade) για το 2024 κατατάσσουν την Ελλάδα στην τρίτη θέση παγκοσμίως σε αξία εξαγωγών ακτινιδίου. Αυτή η θέση υπογραμμίζει την αναγνώριση του ελληνικού ακτινιδίου ως ποιοτικού εξαγώγιμου φρούτου.
Το Βιετνάμ Ανοίγει τις Πόρτες του στο Ελληνικό Ακτινίδιο
Η πολυετής τεχνική διαδικασία για το άνοιγμα της αγοράς του Βιετνάμ ολοκληρώθηκε με επιτυχία, με την οριστική έγγραφη αποδοχή να εκδίδεται στις 13 Φεβρουαρίου 2026, μετά από διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν το 2016. Η συμφωνία καλύπτει όλες τις ποικιλίες (πρασινόσαρκες και κιτρινόσαρκες), με προϋποθέσεις όπως πιστοποιητικό φυτοϋγείας και εφαρμογή ψυχρής μεταχείρισης. Οι εξαγωγές επιτρέπονται από την 1η Μαρτίου 2026.
Το Βιετνάμ, με πληθυσμό περίπου 102 εκατομμυρίων κατοίκων, αποτελεί μια αγορά ζωτικής σημασίας για τα ελληνικά φρούτα. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Γεωργίας και Περιβάλλοντος της ασιατικής χώρας, οι εισαγωγές φρούτων και λαχανικών στο πρώτο εννεάμηνο του 2025 ξεπέρασαν τα 1,9 δισ. δολάρια, γεγονός που ενισχύει την προσδοκία για υψηλή ζήτηση ποιοτικών προϊόντων.
«Η συμφωνία με το Βιετνάμ είναι αποτέλεσμα συστηματικής συνεργασίας, ανοίγει νέες δυνατότητες για το προϊόν και ενισχύει τη θέση της Ελλάδας σε μια δυναμική ασιατική αγορά», δήλωσε ο κ. Πρωτοψάλτης. «Με σαφείς φυτοϋγειονομικούς όρους και με έναρξη εξαγωγών από 1 Μαρτίου 2026, δημιουργείται ένας νέος διάδρομος για ένα προϊόν που ήδη κρατά την κορυφή στα ελληνικά φρούτα».
