Έφη Αχτσιόγλου: Το Ελληνικό Δημόσιο Έχει τη Δυνατότητα και την Υποχρέωση να Γίνει Ο Πρώτος Εργοδότης για τους Ταλαntούχους Νέους
Οι προϋποθέσεις ώστε το ελληνικό Δημόσιο να καταστεί εργοδότης επιλογής για ταλαντούχους νέους επιστήμονες συζητήθηκαν στο πλαίσιο του συνεδρίου «Ηγεσία και εργασία, επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο». H πρώην Υπουργός Εργασίας και Βουλευτής, Έφη Αχτσιόγλου υποστήριξε ότι το ελληνικό Δημόσιο «και μπορεί και πρέπει» να μετατραπεί σε εργοδότη πρώτης επιλογής, τονίζοντας ότι «πρέπει να μπορέσουμε να κρατήσουμε
Οι προϋποθέσεις για να μετατραπεί το ελληνικό Δημόσιο σε ελκυστικό εργοδότη για τους νέους επιστήμονες βρέθηκαν στο επίκεντρο του συνεδρίου «Ηγεσία και εργασία, επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο». Η κυρία Έφη Αχτσιόγλου, πρώην Υπουργός Εργασίας και Βουλευτής, ανέπτυξε την άποψη ότι το ελληνικό Δημόσιο «και μπορεί και πρέπει» να αναδειχθεί σε εργοδότη πρώτης επιλογής. Τόνισε την ανάγκη «να μπορέσουμε να κρατήσουμε τους ανθρώπους μας στη χώρα», επισημαίνοντας ότι το ίδιο το Δημόσιο έχει ήδη επενδύσει στην εκπαίδευση και τη γνώση τους.
Όπως εξήγησε, η σημερινή δυσκολία του Δημοσίου να προσελκύσει νέους επιστήμονες οφείλεται κυρίως στις χαμηλές αμοιβές. «Φανταστείτε έναν IT expert να προσλαμβάνεται σε μια θέση του δημόσιου τομέα με έναν μισθό 1.000 ευρώ, όταν θα μπορούσε στον ιδιωτικό τομέα να πάει με 4.000 ευρώ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η κυρία Αχτσιόγλου υπογράμμισε ότι για να γίνει το Δημόσιο πιο ελκυστικό, είναι απαραίτητοι καλύτεροι μισθοί, εργασιακή ασφάλεια, διαφανείς διαδικασίες εξέλιξης και επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό. «Δεν είναι η ανασφάλεια ο τρόπος για να καταπολεμήσεις μια κατάσταση διαρκούς υποβάθμισης του Δημοσίου», δήλωσε.
Αναφερόμενη στον ρόλο του κράτους, τόνισε ότι «έχουμε φτάσει να έχουμε ένα Δημόσιο που είναι ιδιαίτερα εξαρτημένο από τον ιδιωτικό τομέα», υποστηρίζοντας την ανάγκη για πολιτική βούληση ώστε να ενισχυθούν οι δημόσιες δομές και το ανθρώπινο δυναμικό τους.
Στο κλείσιμο, αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά της αποτελεσματικής ηγεσίας, τονίζοντας την ανάγκη για «αποφασιστικότητα και ενσυναίσθηση». Ωστόσο, υπογράμμισε ότι «το πιο σημαντικό όμως είναι το κίνητρο» και η συμμετοχή της ομάδας στην κατανόηση και επίτευξη του κοινού στόχου.
