Αντιδράσεις στο Yale κατά πιθανής συμφωνίας με την κυβέρνηση Τραμπ: Η Νομική Σχολή θέτει βέτο
Σοβαρές εσωτερικές αντιδράσεις έχει προκαλέσει η προοπτική μιας συμφωνίας ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο Yale και την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, με τη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου να επιχειρεί να ανακόψει τις διαπραγματεύσεις. Η κοσμήτορας της σχολής, Κριστίνα Μ. Ροντρίγκες, καθώς και μέλη του διδακτικού προσωπικού εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις, υποστηρίζοντας ότι ένας συμβιβασμός θα μπορούσε να υπονομεύσει τόσο
Σοβαρές εσωτερικές αντιδράσεις έχει προκαλέσει στο Πανεπιστήμιο Yale η προοπτική μιας συμφωνίας με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, με τη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου να επιχειρεί να ανακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις.
Η κοσμήτορας της σχολής, Κριστίνα Μ. Ροντρίγκες, μαζί με μέλη του διδακτικού προσωπικού, έχουν εκφράσει έντονες επιφυλάξεις. Υποστηρίζουν ότι ένας συμβιβασμός θα μπορούσε να υπονομεύσει την ανεξαρτησία του Yale, αλλά και τη φήμη του ως θεματοφύλακα του κράτους δικαίου.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, το οποίο επικαλείται πρόσωπα που γνωρίζουν τις εσωτερικές διεργασίες, η Ροντρίγκες τις τελευταίες ημέρες άσκησε παρασκηνιακές πιέσεις προς την πανεπιστημιακή ηγεσία. Επιμένει ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν είναι αξιόπιστος συνομιλητής και ότι η υπογραφή μιας συμφωνίας θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο πολιτικής παρέμβασης στην ακαδημαϊκή αυτονομία.
Εξετάστηκε μάλιστα το ενδεχόμενο η Νομική Σχολή να εξαιρεθεί από οποιαδήποτε συνολική συμφωνία μεταξύ του Yale και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ωστόσο, δεν είναι σαφές αν μια τέτοια λύση θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τις δύο πλευρές.
Την ίδια ώρα, η κεντρική διοίκηση του Yale φαίνεται να συνεχίζει τις συνομιλίες με την Ουάσιγκτον. Εκτιμά ότι ένας συμβιβασμός ενδέχεται να είναι αναγκαίος για τη διασφάλιση της συνέχισης της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης του πανεπιστημίου.
Η έρευνα και οι κατηγορίες για τις εισαγωγές
Η αντιπαράθεση έχει τις ρίζες της στην έρευνα που διεξάγει το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης σχετικά με τις πρακτικές εισαγωγής φοιτητών στο Yale. Η έρευνα καλύπτει τα προπτυχιακά προγράμματα, την Ιατρική Σχολή και τη Νομική Σχολή, και εντάσσεται στη συνολικότερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αναμορφώσει το σύστημα της ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ.
Το υπουργείο έχει ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Ιατρική Σχολή προέβη σε παράνομες διακρίσεις εις βάρος λευκών και ασιατικής καταγωγής υποψηφίων, δίνοντας παράνομη προτεραιότητα σε Αφροαμερικανούς και Ισπανόφωνους υποψηφίους.
Η έρευνα για τη Νομική Σχολή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, ενώ μέχρι στιγμής η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει διατυπώσει επίσημες κατηγορίες ούτε για τη Νομική, ούτε για τα προπτυχιακά προγράμματα του Yale.
Αυτό ακριβώς αποτελεί βασικό σημείο αντίδρασης για πολλούς καθηγητές της Νομικής Σχολής. Θεωρούν προβληματικό το ενδεχόμενο συμβιβασμού πριν ακόμη ολοκληρωθεί η έρευνα και πριν το πανεπιστήμιο έχει τη δυνατότητα να αντικρούσει επισήμως τα ευρήματα της κυβέρνησης.
Φόβοι για πολιτικό έλεγχο των πανεπιστημίων
Η στάση της Ροντρίγκες αντανακλά ευρύτερες ανησυχίες που εκφράζονται στο Yale. Φοιτητές, απόφοιτοι και μέλη ΔΕΠ έχουν ασκήσει δημόσια πίεση προς την πρόεδρο του πανεπιστημίου, Μόρι ΜακΊνις, ζητώντας να μην προχωρήσει σε συμφωνία με την κυβέρνηση.
Σε ανακοίνωσή του, το Yale απέφυγε να σχολιάσει τις εν εξελίξει νομικές διαδικασίες. Επανέλαβε, ωστόσο, ότι παραμένει προσηλωμένο στην ελευθερία της έκφρασης, στην ακαδημαϊκή ελευθερία και στο δικαίωμα του πανεπιστημίου να καθορίζει τις διαδικασίες εισαγωγής σύμφωνα με τον νόμο.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη χρησιμοποιήσει οικονομικές και νομικές πιέσεις απέναντι σε κορυφαία αμερικανικά πανεπιστήμια, επιδιώκοντας εξωδικαστικούς συμβιβασμούς. Έξι κορυφαία ιδρύματα έχουν ήδη καταλήξει σε συμφωνίες με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ενώ αρκετά ακόμη βρίσκονται αντιμέτωπα με αντίστοιχες έρευνες.
Σημαντική μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας θεωρεί ότι αυτή η πρακτική δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο πολιτικής επιρροής, ιδιαίτερα απέναντι σε ιδιωτικά πανεπιστήμια που παραδοσιακά απολαμβάνουν σημαντικό βαθμό αυτονομίας.
Νομικοί προειδοποιούν για μακροχρόνιες δεσμεύσεις
Ο πρώην κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του Yale, Ρόμπερτ Σ. Ποστ, επέκρινε την περιορισμένη συμμετοχή της σχολής στις διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση. Επισήμανε ότι οι ειδικοί του πανεπιστημίου στο συνταγματικό και διοικητικό δίκαιο θα έπρεπε να έχουν ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της στρατηγικής.
Όπως υποστήριξε, εφόσον οι όροι μιας πιθανής συμφωνίας ενδέχεται να μεταβάλουν τις διαδικασίες εισαγωγής φοιτητών, θα ήταν εύλογο οι πανεπιστημιακοί νομικοί να γνωμοδοτήσουν για το τι επιβάλλει πραγματικά η νομοθεσία και πότε το πανεπιστήμιο θα όφειλε να προσφύγει στα δικαστήρια αντί να συμβιβαστεί.
Παράλληλα, δύο καθηγήτριες Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, απόφοιτες του Yale, συνέταξαν πολυσέλιδο υπόμνημα το οποίο κυκλοφορεί εντός της πανεπιστημιούπολης. Προειδοποιεί ότι οι συμφωνίες που έχουν ήδη συνάψει άλλα πανεπιστήμια με την κυβέρνηση περιλαμβάνουν ασαφείς και διαρκώς μεταβαλλόμενους όρους συμμόρφωσης.
Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, οι δεσμεύσεις αυτές όχι μόνο υπερβαίνουν τις απαιτήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας, αλλά ενδέχεται να δημιουργούν ακόμη και προσωπικές αστικές ή ποινικές ευθύνες για τα στελέχη των πανεπιστημίων, οδηγώντας ουσιαστικά σε συνεχή ομοσπονδιακή εποπτεία της λειτουργίας τους.
Οι ίδιες αναγνωρίζουν ότι το Yale βρίσκεται αντιμέτωπο με εξαιρετικά δύσκολες αποφάσεις, επισημαίνουν όμως ότι ακριβώς λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης δεν θα πρέπει να αποδεχθεί μια συμφωνία που ενδεχομένως προσφέρει μόνο προσωρινή προστασία με αβέβαιη αξία.
Ανησυχία και για τη νομική εκπροσώπηση του Yale
Επιπλέον προβληματισμό έχει προκαλέσει η επιλογή του δικηγορικού γραφείου McGuire Woods, το οποίο εκπροσωπεί το Yale στις συνομιλίες με την κυβέρνηση. Η ίδια εταιρεία είχε εκπροσωπήσει και το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια στις αντίστοιχες διαπραγματεύσεις με το υπουργείο Δικαιοσύνης, οι οποίες οδήγησαν σε συμφωνία χωρίς οικονομικές κυρώσεις, αλλά με σημαντικές παραχωρήσεις σε επίπεδο πολιτικών και διοικητικών πρακτικών.
Ο πρώην πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, Τζέιμς Ε. Ράιαν, είχε εκφράσει δημόσια επιφυλάξεις για τη στάση του γραφείου, αφήνοντας αιχμές ότι δεν ήταν σαφές κατά πόσο οι δικηγόροι ενεργούσαν με πλήρη ανεξαρτησία ή υπό την επιρροή πολιτικών παραγόντων.
Κλιμακώνονται οι αντιδράσεις εντός του Yale
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στη Νομική Σχολή. Το φοιτητικό συμβούλιο του Yale υποστηρίζει ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία, η ανεξαρτησία του πανεπιστημίου και τα δικαιώματα των φοιτητών δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Παράλληλα, η οργάνωση αποφοίτων Stand Up for Yale απέστειλε επιστολή προς την πρόεδρο του πανεπιστημίου, η οποία συγκέντρωσε περισσότερες από 2.700 υπογραφές. Στην επιστολή υποστηρίζεται ότι μια συμφωνία θα έστελνε το μήνυμα πως το Yale δεν εμπιστεύεται ούτε τους νομικούς του συμβούλους, ούτε τις διαδικασίες εισαγωγής του, ούτε την ακαδημαϊκή αξία των φοιτητών του και ότι είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει τις θεμελιώδεις αρχές του προκειμένου να εξασφαλίσει μια πρόσκαιρη αίσθηση ασφάλειας.
Η υπόθεση εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες για το Yale τα τελευταία χρόνια, καθώς καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης και στην υπεράσπιση της θεσμικής και ακαδημαϊκής του ανεξαρτησίας απέναντι στις πιέσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
