14/04/2026

Τράπεζα της Ελλάδος: Επιβεβαιώνει την αύξηση της φτώχειας στην Ελλάδα, την κατατάσσει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ

Αύξηση του ποσοστού της φτώχειας στην Ελλάδα που τη φέρνει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, μαζί με τη Βουλγαρία, διαπιστώνει και η Τράπεζα της Ελλάδος. Την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών την αποδίδει στην άνοδο του πληθωρισμού και ειδικά των βασικών καταναλωτικών αγαθών, τονίζοντας ότι για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, τα μηνιαία εισοδήματα επαρκούν

Τράπεζα της Ελλάδος: Επιβεβαιώνει την αύξηση της φτώχειας στην Ελλάδα, την κατατάσσει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ

Η Τράπεζα της Ελλάδος, μέσα από την πρόσφατη έκθεσή της, επιβεβαιώνει την ανησυχητική αύξηση του ποσοστού φτώχειας στη χώρα μας, τοποθετώντας την Ελλάδα δίπλα στη Βουλγαρία στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έκθεση, την οποία υπογράφει ο Διοικητής Γιάννης Στουρνάρας, εστιάζει στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών, αποδίδοντάς την κυρίως στην άνοδο του πληθωρισμού, και ειδικότερα στην αύξηση των τιμών των βασικών καταναλωτικών αγαθών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού δηλώνει ότι τα μηνιαία του εισοδήματα επαρκούν μόλις για 18 ημέρες, ενώ το 62,1% των νοικοκυριών αναφέρει ότι το εισόδημά του δεν αρκεί για όλο τον μήνα.

Ανισότητα και Αγοραστική Δύναμη

Η ανάλυση των καταναλωτικών δαπανών για το 2024, όπως παρουσιάζεται στην έκθεση, δείχνει αύξηση στον δείκτη ανισότητας S80/S20, ο οποίος βασίζεται στις δαπάνες. Συγκεκριμένα, η μέση ισοδύναμη δαπάνη του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,68 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του φτωχότερου 20%, παρουσιάζοντας μια μικρή αύξηση σε σχέση με το 2023 (5,64 φορές). Αντίθετα, ο δείκτης ανισότητας μειώνεται σε 4,38 (από 4,43 το 2023) όταν εξετάζεται η τελική καταναλωτική δαπάνη.

Ο επίμονος πληθωρισμός, που παρατηρείται από το 2022, επηρεάζει δυσανάλογα την αγοραστική δύναμη των φτωχότερων νοικοκυριών. Αυτό συμβαίνει για δύο βασικούς λόγους:

  • Το καταναλωτικό τους καλάθι περιέχει μεγαλύτερη αναλογία βασικών αγαθών, όπως τρόφιμα, τομείς όπου ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός (11,6% το 2023 και 3,4% το 2024).
  • Ένα μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους δαπανάται για κατανάλωση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΟΠ 2024, για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού, οι δαπάνες για τρόφιμα αποτελούν το 33,5% των συνολικών τους δαπανών, ενώ για το πλουσιότερο 20% το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 12,7%.

Εκτεταμένη Οικονομική Πίεση

Ωστόσο, η οικονομική πίεση δεν περιορίζεται μόνο στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, αλλά επεκτείνεται και στα μεσαία εισοδήματα. Πιο πρόσφατη έρευνα για το 2025-2026 επιβεβαιώνει ότι το 62,1% των νοικοκυριών αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες του για ολόκληρο τον μήνα. Μεσοσταθμικά, το μηνιαίο εισόδημα επαρκεί για 23 ημέρες για το σύνολο των νοικοκυριών, αλλά για όσα αντιμετωπίζουν ελλείψεις, επαρκεί μόνο για 18 ημέρες.

Μέτρα Στήριξης και Αύξηση Κατώτατου Μισθού

Η αρνητική επίδραση του πληθωρισμού στην αναδιανομή του εισοδήματος αντισταθμίστηκε εν μέρει από τα μέτρα στήριξης που υιοθετήθηκαν. Επιπλέον, η αύξηση του κατώτατου μισθού εντός του 2024 (από 780 σε 830 ευρώ) λειτούργησε υποστηρικτικά για το διαθέσιμο εισόδημα των οικονομικά ασθενέστερων. Ως αποτέλεσμα αυτής της αύξησης, το ποσοστό των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα με μηνιαίες αποδοχές κάτω των 800 ευρώ μειώθηκε στο 17,8% το 2024, από 30,9% το 2023, σύμφωνα με έρευνα της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας, της ΔΥΠΑ και του ΕΦΚΑ.

Ενεργειακή Φτώχεια και Στεγαστική Κρίση

Παρά τις προσπάθειες, η Ελλάδα, μαζί με τη Βουλγαρία, κατέγραφε το 2024 το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών που αδυνατούσαν να έχουν επαρκή θέρμανση (19%) στην ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat. Για τα φτωχά νοικοκυριά, το ποσοστό αυτό ήταν ακόμη υψηλότερο, φτάνοντας το 43,6% (από 39,8% το 2023), γεγονός που υπογραμμίζει το επίμονο πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας. Παράλληλα, η στεγαστική κρίση έχει αναδειχθεί σε ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, με τις τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια να αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, πλήττοντας ιδιαίτερα τους νέους και τα νοικοκυριά χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων.