Ενισχυμένη Παρακολούθηση Σεισμικής Δραστηριότητας σε Σαντορίνη, Θηρασιά και Νησίδες Καμμένων
«Καλωδιώνονται» το τελευταίο χρονικό διάστημα η Σαντορίνη, η Θηρασιά και τα νησάκια των Καμμένων, στο πλαίσιο της αναβάθμισης του δικτύου των γεωδαιτικών σταθμών, οι οποίοι παρακολουθούν τη σεισμική δραστηριότητα και εντοπίζουν μετακινήσεις που σηματοδοτούν νέες φάσεις σεισμικής διέγερσης. Καλώδια, φωτοβολταϊκά πάνελ και τοπογραφικά όργανα που μοιάζουν με τηλεσκόπια και μετρούν γωνίες και αποστάσεις «αγκαλιάζουν» την
Στο πλαίσιο της συνεχούς αναβάθμισης του δικτύου γεωδαιτικών σταθμών, η Σαντορίνη, η Θηρασιά και οι νησίδες των Καμμένων «καλωδιώνονται» για την εντατικοποιημένη παρακολούθηση της σεισμικής δραστηριότητας. Στόχος είναι ο εντοπισμός μετακινήσεων που ενδέχεται να σηματοδοτούν μελλοντικές σεισμικές εξάρσεις.
Καλώδια, φωτοβολταϊκά πάνελ και σύγχρονα τοπογραφικά όργανα, σχεδιασμένα να καταγράφουν γωνίες και αποστάσεις, έχουν αναπτυχθεί περιμετρικά της καλντέρας. Αυτός ο εξοπλισμός ενσωματώνεται αρμονικά στο ηφαιστειακό τοπίο, με σκοπό την καταγραφή κάθε ενδείξεως που μπορεί να προμηνύει ένα νέο γεωδυναμικό φαινόμενο.
Το δίκτυο των γεωδαιτικών σταθμών συμπληρώνεται από σεισμογράφους, οι οποίοι μπορούν να επιβεβαιώσουν εάν οι παρατηρούμενες παραμορφώσεις σχετίζονται με δραστηριότητα σε κάποιο από τα γεωλογικά ρήγματα της περιοχής. Παράλληλα, σύγχρονα συστήματα που αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη και αλγορίθμους μηχανικής μάθησης αναλύουν τις καταγραφές των σεισμογράφων για τον εντοπισμό πιθανών πρόδρομων σεισμών. Αυτή η προσέγγιση συνδυάζεται με τη δορυφορική παρακολούθηση της περιοχής από την Ευρωπαϊκή Διαστημική Υπηρεσία, καθώς και με γεωχημικές μετρήσεις, αναλύσεις αερίων και παρακολούθηση της θερμοκρασίας των θαλάσσιων υδάτων.
Ο καθηγητής Σεισμολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κώστας Παπαζάχος, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, επισημαίνει ότι τα δύο σεισμοηφαιστειακά κέντρα στη Σαντορίνη και την Άνυδρο, τα οποία παρουσίασαν αυξημένη δραστηριότητα το 2024 και το 2025, βρίσκονται πλέον σε σημαντική ύφεση, επανερχόμενα σε επίπεδα προ της κρίσης. Ωστόσο, τονίζει τη συνεχή και στενή παρακολούθηση της περιοχής από τους επιστήμονες, με στόχο τη συλλογή ποικίλων, πυκνών και υψηλής ποιότητας δεδομένων, ώστε να παρέχονται έγκαιρες και τεκμηριωμένες απαντήσεις στην πολιτεία και τους πολίτες.
«Στη Σαντορίνη λειτουργεί εδώ και περίπου 31 χρόνια το Ινστιτούτο Μελέτης και Παρακολούθησης του Ηφαιστείου της Σαντορίνης, ένα μη κερδοσκοπικό Σωματείο, του οποίου έχω την τιμή να είμαι ο τρίτος πρόεδρος. Το Ινστιτούτο διατηρεί ένα τοπικό δίκτυο παρακολούθησης του ηφαιστείου καθ’ όλη αυτή την περίοδο. Με την οικονομική ενίσχυση που παρέχει το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας μέσω του ΟΑΣΠ, το δίκτυο αυτό αναβαθμίζεται και εκσυγχρονίζεται», ανέφερε ο κ. Παπαζάχος.
«Σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ολοκληρώσαμε την εγκατάσταση και αναβάθμιση ενός δικτύου με τρεις νέους γεωδαιτικούς σταθμούς GNSS για τη δορυφορική παρακολούθηση των παραμορφώσεων. Το δίκτυο αυτό πλέον αριθμεί συνολικά δέκα γεωδαιτικούς σταθμούς. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε αναβάθμιση των υφιστάμενων σεισμολογικών σταθμών, αντικαθιστώντας το παλιό αναλογικό δίκτυο που λειτουργούσε στη Σαντορίνη για 31 χρόνια. Κατασκευάζεται επίσης ένας νέος ψηφιακός σεισμολογικός σταθμός στην περιοχή του Ακρωτηρίου, αντικαθιστώντας και εκεί το παλιό δίκτυο. Αναβαθμίσεις έγιναν επίσης στην τροφοδοσία, την παρακολούθηση και τη λειτουργία όλων των υπόλοιπων δικτύων. Εκκρεμεί, τέλος, η μετάβασή μας στην Άνυδρο και κυρίως στα Χριστιανά για την οριστική εγκατάσταση ενός νέου σεισμογράφου. Στις περιοχές αυτές είχαν γίνει προσωρινές εγκαταστάσεις κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης, με σκοπό πλέον να εγκατασταθούν σύγχρονα, μόνιμα μηχανήματα για τη συνεχή παρακολούθηση της σεισμικής δραστηριότητας», πρόσθεσε.
Επιπλέον, προγραμματίζονται βελτιώσεις στον εξοπλισμό του δικτύου τόσο στη Σαντορίνη όσο και στα γύρω νησιά. «Για παράδειγμα, θα εγκατασταθεί ένας νέος σεισμογράφος στη νότια Ίο, ενώ θα τοποθετηθούν νέοι σεισμογράφοι στη νότια Αμοργό και την Ανάφη. Στόχος είναι η ευρύτερη περιοχή, όχι μόνο η Σαντορίνη, αλλά και η περιοχή του Κολούμπο (του υποθαλάσσιου ηφαιστείου 7-8 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σαντορίνης) και η Ανύδρος, να διαθέτουν συστήματα παρακολούθησης περιμετρικά, ώστε να ανιχνεύεται έγκαιρα οποιαδήποτε σεισμική δραστηριότητα», κατέληξε.
Τι είναι ένας γεωδαιτικός σταθμός;
Ο κ. Παπαζάχος εξηγεί ότι ο γεωδαιτικός σταθμός «παρακολουθεί τη μετακίνηση ενός σημείου στον χρόνο με ακρίβεια χιλιοστού. Έτσι, εάν το ηφαίστειο παρουσιάσει διόγκωση και ένας σταθμός στη βόρεια Σαντορίνη μετακινηθεί προς βορρά και προς τα πάνω, μπορούμε να ανιχνεύσουμε αυτή τη μετακίνηση, να μετρήσουμε την ταχύτητά της (πόσα χιλιοστά ανά έτος) και να καταλάβουμε ότι το ηφαίστειο έχει εξέλθει από την κατάσταση ηρεμίας και έχει εισέλθει σε φάση διέγερσης».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η παρακολούθηση μέσω σεισμογράφου επιτρέπει την επιβεβαίωση του κατά πόσον «αυτή η παραμόρφωση προκαλεί ή όχι σεισμική δραστηριότητα σε κάποιο από τα ρήγματα. Παράλληλα, η δορυφορική παρακολούθηση, μέσω δορυφόρων της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας, μας δίνει τη δυνατότητα να ανιχνεύουμε μετατοπίσεις και να διαπιστώνουμε εάν το ηφαίστειο διογκώνεται, βυθίζεται ή μετακινείται ανατολικά ή δυτικά. Τέλος, με βάση μετρήσεις από άλλους σταθμούς, όπως γεωχημικές αναλύσεις και μετρήσεις αερίων, μπορούμε να εξετάσουμε εάν αυτή η μετακίνηση συνοδεύεται από αλλαγές στη χημεία των αερίων ή στη θερμοκρασία του θαλασσινού νερού, λόγω ενδοθερμικών ροών».
Επιπλέον, οι επιστήμονες προσπαθούν, βάσει των συλλεχθέντων στοιχείων, να προσδιορίσουν τα αίτια ενός φαινομένου, τα οποία μπορεί να είναι ποικίλα, καθώς πρόκειται είτε για τεκτονικό σεισμό είτε για σεισμό που οφείλεται σε κίνηση μάγματος.
Πριν από 700.000 χρόνια η αρχή της γεωλογικής ιστορίας της Θήρας
Σχετικά με τη γεωλογική ιστορία της Θήρας, ο καθηγητής Σεισμολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης την τοποθετεί χρονικά πριν από 700.000 χρόνια, «όταν η ηφαιστειακή δραστηριότητα, η οποία ξεκίνησε περίπου πριν από δύο εκατομμύρια χρόνια στα Χριστιανά, νησίδες νοτιοδυτικά της Σαντορίνης, μεταφέρθηκε στην περιοχή του Ακρωτηρίου, δηλαδή στη νότια – νοτιοδυτική Σαντορίνη».
Συμπληρωματικά αναφέρει: «Πριν από αυτό, υπήρχε και υπάρχει ακόμη ένα κυκλαδικό νησάκι στην περιοχή, στο μέγεθος της Δονούσας, ένα κλασικό κυκλαδονήσι, όπως η Ίος, η Σίκινος και τα γύρω νησιά. Δίπλα σε αυτό το νησί αναπτύχθηκε αρχικά ένα ηφαίστειο στην περιοχή του Ακρωτηρίου, στη συνέχεια, πιο βόρεια, στην περιοχή της κεντρικής – βόρειας Σαντορίνης, το ηφαίστειο των Περιστερίων. Ακολούθησε μια σειρά από πολύ μεγάλες εκρήξεις, όπως η Μινωική έκρηξη περίπου το 1570 π.Χ., η οποία κατέστρεψε τον πολιτισμό του Ακρωτηρίου στη Σαντορίνη. Στους ιστορικούς χρόνους, σημειώθηκαν πολλές μικρότερες εκρήξεις, όπως αυτές που διαμόρφωσαν τα νησάκια των Καμένων στο εσωτερικό της Σαντορίνης. Συνεπώς, η Σαντορίνη ως νησί υπάρχει εδώ και εκατομμύρια χρόνια, καθώς το αρχικό νησάκι, μεγέθους Δονούσας, είναι πανάρχαιο. Πάνω σε αυτό το νησί δημιουργήθηκε ένα δεύτερο, ηφαιστειακό νησί, πριν από 700.000 χρόνια. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα νησί πάνω σε ένα άλλο».
Ποιο ήταν το χειρότερο σενάριο στη σεισμική έξαρση του 2024 και του 2025
Σχετικά με τα δυσμενή σενάρια της σεισμικής έξαρσης του 2024 και του 2025, ο κ. Παπαζάχος σχολιάζει ότι είχαν δύο εκφάνσεις: ηφαιστειακή και σεισμολογική. «Όσον αφορά την ηφαιστειακή, και τα δύο σενάρια, αυτό της ενδοκαλδερικής κλίσης και αυτό της κλίσης στην Άνυδρο, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ηφαιστειακή έκρηξη. Στην περίπτωση της περιοχής της Ανύδρου, υπήρχε η εκτίμηση από διάφορα μοντέλα ότι θα δημιουργούνταν ένα μικρό υποθαλάσσιο ηφαίστειο. Το σενάριο αυτό δεν θα ήταν ιδιαίτερα δραματικό, με εξαίρεση την ανάγκη λήψης μέτρων περιορισμού και προστασίας στην περιοχή, λόγω της εξόδου διοξειδίου του άνθρακα που θα προκαλούσε «πρασίνισμα» των νερών και πιθανές εκρήξεις αερίων, απαιτώντας τον αποκλεισμό της περιοχής για κάποιο διάστημα. Το συμβάν, επειδή θα βρισκόταν ανάμεσα σε Σαντορίνη και Αμοργό, δεν θα είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις. Ωστόσο, εάν μια ηφαιστειακή έκρηξη συνέβαινε στο εσωτερικό της καλντέρας, θα ήταν πιθανότατα παρόμοια με τις ιστορικές εκρήξεις του 1950, του 1941-42, και του 1927, οι οποίες ήταν γενικά ήπιες, αλλά μακράς διάρκειας (3,5 έως 4 χρόνια).
Για την περίπτωση της σεισμολογικής έκφανσης του φαινομένου, σχολίασε: «Το δυσμενέστερο σενάριο από σεισμολογική άποψη θα ήταν τα ρήγματα, τα οποία πιέζονταν από τις κινήσεις του μάγματος και τα μαγματικά ρευστά που ανέβαιναν κατά τη διάρκεια της ηφαιστειακής κρίσης της Ανύδρου, να ενεργοποιούσαν ένα πολύ πιο ώριμο ρήγμα σε μεγαλύτερο μήκος. Αντί για μέγιστο σεισμό 5,2, θα είχαμε έναν σεισμό της τάξης του 6,5. Αυτός ο σεισμός, αν και θα ήταν έτοιμος να συμβεί, θα επιταχυνόταν η γένεσή του λόγω της πίεσης. Αυτό θα ήταν πολύ πιο δυσμενές, καθώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές επιπτώσεις και βλάβες τόσο στη Σαντορίνη και στα άλλα νησιά, όσο και στην Αμοργό και πιθανώς στην Ανάφη και την Ίο».
Σε όλες τις προηγούμενες ιστορικές εκρήξεις κανένας άνθρωπος δεν σκοτώθηκε στη Σαντορίνη
Ο κ. Παπαζάχος τονίζει ότι «όλα δείχνουν πως η επόμενη έκρηξη στο εσωτερικό της Σαντορίνης θα διαρκέσει περίπου 3,5 με 4 χρόνια», διευκρινίζοντας ότι «δεν γνωρίζουμε πότε θα συμβεί». Σχολιάζει επίσης ότι «όσο καθυστερεί να γίνει μια έκρηξη, τόσο πιο δυσμενέστερη θα είναι η επόμενη». Αναφέρει ότι ο σεισμός της Αμοργού το 1956, μεγέθους 7,5 Ρίχτερ, εκτιμήθηκε ως απίθανο να επαναληφθεί σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα στην ίδια περιοχή.
Υπενθυμίζει, τέλος, ότι «σε όλες τις προηγούμενες ιστορικές εκρήξεις, κανένας άνθρωπος δεν σκοτώθηκε στη Σαντορίνη». Αναλύει περαιτέρω: «Χωρίς τεχνολογία, χωρίς μηχανήματα, χωρίς πολιτική προστασία, χωρίς ιδιαίτερα μέσα, δεν υπήρξαν ποτέ θύματα από τις εκρήξεις στο εσωτερικό της καλντέρας. Επομένως, δεν πρόκειται για κάτι μη διαχειρίσιμο, αλλά για κάτι σίγουρα διαχειρίσιμο, εφόσον λαμβάνονται στοιχειώδη μέτρα προστασίας, όπως η ασφαλής πρόσβαση στη Νέα Καμμένη, η τήρηση αποστάσεων σε σημεία έκλυσης λάβας και η προστασία του πληθυσμού, και αποφεύγονται απερίσκεπτες ενέργειες.».
