05/11/2026

ΚΕΦίΜ: Ανάλυση Φορολογικής Επιβάρυνσης και Δημόσιων Δαπανών στην Ελλάδα – Τι Αποκαλύπτουν τα Νέα Στοιχεία

ΚΕΦίΜ: Τι δείχνουν τα νέα στοιχεία για τη φορολογική επιβάρυνση

Παρά τις στοχευμένες μειώσεις στους φορολογικούς συντελεστές και τις ασφαλιστικές εισφορές που εφαρμόστηκαν από το 2019, η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει σταθερή, όπως προκύπτει από μια πρόσφατη ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Οικονομολόγων (ΚΕΦίΜ). Παράλληλα, η έμμεση φορολογία συνεχίζει να επιβαρύνει σημαντικά την κατανάλωση, ενώ η κατανομή των δημόσιων δαπανών παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ιδιαίτερα στον τομέα της κοινωνικής προστασίας.

Η εν λόγω ανάλυση, η οποία αξιοποιεί τα πιο πρόσφατα δεδομένα της Eurostat σχετικά με τη φορολογική επιβάρυνση (δημοσιευμένα στις 28 Οκτωβρίου), εμβαθύνει όχι μόνο στο ύψος των εισπράξεων από φόρους και εισφορές, αλλά και στη σύνθεση αυτών, καθώς και στον τρόπο κατανομής των δημόσιων δαπανών.

<!– /118338042/Enikonomia.gr300×250Inline1 –>

Γιατί η Φορολογική Επιβάρυνση και η Κατανομή των Δημόσιων Δαπανών Μας Αφορούν Άμεσα:

  • Οι μειώσεις στους φορολογικούς συντελεστές δεν οδηγούν αυτόματα σε αντίστοιχη μείωση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης. Παράγοντες όπως η αύξηση των εισοδημάτων, των τιμών, της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και η βελτίωση της αποτελεσματικότητας στην είσπραξη φόρων, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα.
  • Το φορολογικό μείγμα επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητά μας. Η μεγάλη εξάρτηση των κρατικών εσόδων από τους έμμεσους φόρους συνεπάγεται υψηλότερη φορολόγηση στην κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών.
  • Το πώς δαπανά το κράτος τα έσοδά του είναι εξίσου σημαντικό με το ύψος των εισπράξεων. Η Ελλάδα διαθέτει χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ για την υγεία και την παιδεία σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά το γεγονός ότι η συνολική δημόσια δαπάνη είναι υψηλότερη.
  • Η κατανομή της κοινωνικής προστασίας επηρεάζει διαφορετικά τις γενιές. Η δυσανάλογα μεγάλη συμμετοχή των συντάξεων στη συνολική δαπάνη κοινωνικής προστασίας αφήνει περιορισμένους πόρους για την υποστήριξη της οικογένειας, των παιδιών και των ατόμων με αναπηρία.

Βασικά Ευρήματα της Ανάλυσης

  • Η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα το 2025 διαμορφώθηκε στο 41,3% του ΑΕΠ, παραμένοντας στα ίδια επίπεδα με το 2019. Ο αντίστοιχος μέσος όρος για τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ ήταν 37,9%, παρουσιάζοντας διαφορά 3,4 ποσοστιαίων μονάδων.
  • Τα συνολικά έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές σημείωσαν αύξηση περίπου 35% σε ονομαστικούς όρους, από 76,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 103,2 δισ. ευρώ το 2025.
  • Η Ελλάδα καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στην ΕΕ όσον αφορά την επιβάρυνση από έμμεσους φόρους, με τα έσοδα από αυτήν την κατηγορία να αντιστοιχούν στο 17,2% του ΑΕΠ, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 13,4%. Συγκεκριμένα, μόνο ο ΦΠΑ αντιστοιχεί στο 9,4% του ΑΕΠ, συγκριτικά με 7,2% στην ΕΕ.
  • Η επιβάρυνση από άμεσους φόρους είναι χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στο 11,0% του ΑΕΠ έναντι 12,2%, ενώ οι κοινωνικές εισφορές είναι υψηλότερες, στο 13,0% έναντι 12,1%.
  • Σχεδόν το 80% των δαπανών για κοινωνική προστασία στην Ελλάδα κατευθύνεται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων, σε σύγκριση με περίπου 62% στην ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία του 2024.
  • Η Ελλάδα δαπανά αναλογικά λιγότερους πόρους για την υγεία και την παιδεία σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2024, οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία αντιστοιχούσαν στο 5,7% του ΑΕΠ (έναντι 6,8% στην ΕΕ) και για την παιδεία στο 3,9% (έναντι 5,0% στην ΕΕ).

Πώς Κατανέμονται 1.000 Ευρώ Κοινωνικής Προστασίας στην Ελλάδα;

Η ανάλυση αναδεικνύει σημαντικές διαφορές στην κατανομή των κοινωνικών δαπανών στην Ελλάδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία του 2024, από κάθε 1.000 ευρώ που δαπανά το ελληνικό κράτος για κοινωνική προστασία:

  • 786 ευρώ διατίθενται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων, έναντι 618 ευρώ κατά μέσο όρο στην ΕΕ.
  • 85 ευρώ αφορούν την ασθένεια και την αναπηρία, έναντι 141 ευρώ στην ΕΕ.
  • 51 ευρώ κατευθύνονται στην οικογένεια και τα παιδιά, έναντι 124 ευρώ στην ΕΕ.
  • 40 ευρώ αφορούν την ανεργία, έναντι 47 ευρώ στην ΕΕ.
  • 28 ευρώ διατίθενται για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι 41 ευρώ στην ΕΕ.
  • 11 ευρώ αφορούν τη στέγαση, έναντι 12 ευρώ στην ΕΕ.

Αυτή η εικόνα καταδεικνύει ότι, παρόλο που η Ελλάδα διαθέτει για την κοινωνική προστασία περίπου το ίδιο μερίδιο των συνολικών δημόσιων δαπανών με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η κατανομή των πόρων είναι αισθητά διαφορετική, με ιδιαίτερη έμφαση στις συντάξεις και σημαντικά μικρότερη κάλυψη των αναγκών των οικογενειών και των παιδιών.

<!– /118338042/Enikonomia.gr300×250Inline2 –>

Γιατί οι Μειώσεις Φόρων Δεν Οδήγησαν σε Μείωση της Συνολικής Φορολογικής Επιβάρυνσης;

Παρά τις μειώσεις στους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές από το 2019, η συνολική φορολογική επιβάρυνση παραμένει στα ίδια επίπεδα. Αυτό εξηγείται, μεταξύ άλλων, από την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και την επίδραση του πληθωρισμού στα φορολογικά έσοδα. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης η δημοσιονομική ολίσθηση, καθώς η αύξηση των ονομαστικών μισθών χωρίς αντίστοιχη αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω τους φορολογούμενους, χωρίς να ενισχύεται απαραίτητα η πραγματική αγοραστική τους δύναμη.

Επιπλέον, η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας, από την 34η θέση το 2019 στην 23η το 2026, αν και παραμένει χαμηλά όσον αφορά τη φορολογία κατανάλωσης και περιουσίας. Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν σαφή περιθώρια για περαιτέρω ελάφρυνση της φορολογικής επιβάρυνσης και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος.

Δήλωση του Προέδρου του ΚΕΦίΜ, Νίκου Ρώμπαπα:

«Οι μειώσεις των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών από το 2019 αποτελούν μια θετική εξέλιξη. Ωστόσο, το γεγονός ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση παραμένει σταθερή, και μάλιστα σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καταδεικνύει ότι υπάρχουν ακόμη ουσιαστικά περιθώρια για ελάφρυνση των πολιτών και των επιχειρήσεων.
Η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής θα πρέπει να δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω μειώσεις φόρων, ειδικά στην κατανάλωση, καθώς και για τη διαμόρφωση ενός απλούστερου και πιο ανταγωνιστικού φορολογικού συστήματος.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση γύρω από τη φορολογία δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο ύψος των κρατικών εσόδων. Εξίσου κρίσιμο είναι το πώς αυτοί οι πόροι αξιοποιούνται. Η σημαντικά μειωμένη συμμετοχή της υποστήριξης των οικογενειών και των παιδιών στις κοινωνικές δαπάνες, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, υπογραμμίζει την ανάγκη να επανεξετάσουμε σοβαρά τις προτεραιότητες των δημόσιων δαπανών.»

Η μελέτη «Η ανάλυση της φορολογικής επιβάρυνσης στην Ελλάδα, 2019–2025: Τι εισπράττει το κράτος σε φόρους και πού τα δαπανά;» επιμελήθηκε ο Πρόεδρος του ΚΕΦίΜ, Νίκος Ρώμπαπας, και ο Επικεφαλής Ερευνών, Κωνσταντίνος Σαραβάκος.

Η μελέτη βασίζεται σε δεδομένα της Eurostat σχετικά με τα φορολογικά έσοδα και τις δημόσιες δαπάνες, καθώς και σε στοιχεία από τον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας του Tax Foundation. Η σύγκριση με την ΕΕ πραγματοποιείται μέσω του απλού αριθμητικού μέσου όρου των 27 κρατών-μελών. Τα στοιχεία για τη φορολογική επιβάρυνση καλύπτουν την περίοδο 2019–2025, ενώ η ανάλυση των κοινωνικών δαπανών βασίζεται σε δεδομένα έως το 2024.