Μαρινάκης: Ο σεβασμός στη δικαιοσύνη και τις αποφάσεις της είναι αυτονόητος για όλο τον πολιτικό κόσμο
«Έχουμε απόλυτο σεβασμό στη δικαιοσύνη, αυτονόητο σεβασμό σε κάθε απόφαση της δικαιοσύνης και όπως δεν σχολιάσαμε στην πρώτη διάταξη που είχε εκδοθεί, στην πραγματικότητα από δύο ανώτατους δικαστές, αποτέλεσμα της διάταξης αυτής ήταν η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ούτε αυτήν τη σχολιάσαμε. Έτσι και τώρα δεν πρόκειται να σχολιάσουμε μία ακόμα κρίση σε ανώτατο επίπεδο».
«Έχουμε απόλυτο σεβασμό στη δικαιοσύνη, αυτονόητο σεβασμό σε κάθε απόφαση της δικαιοσύνης. Όπως δεν σχολιάσαμε την πρώτη διάταξη που εκδόθηκε από δύο ανώτατους δικαστές, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, έτσι και τώρα δεν πρόκειται να σχολιάσουμε μία ακόμα κρίση σε ανώτατο επίπεδο». Αυτό ανέφερε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών, όταν κλήθηκε να σχολιάσει την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
«Έχει αξία ένα συμπέρασμα που απορρέει από τις διατάξεις αυτές: ότι άλλος ένας ανώτατος δικαστής, ο κ. Τζαβέλας, ο οποίος δεν ήταν, όπως κάποιοι έχουν πει, διορισμένος από την κυβέρνηση, αλλά ήταν πρώτος στην ψηφοφορία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δηλαδή του συνόλου των δικαστών και των εισαγγελέων, έδειξε μια κατεύθυνση προς το υπουργικό συμβούλιο, προς την κυβέρνηση, μετά τη νομοθετική αλλαγή που κάναμε. Δύο διαφορετικές διατάξεις σε ανώτατο επίπεδο καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα. Αυτό είναι αυτό που λέει η δικαιοσύνη και οφείλει το σύνολο του πολιτικού συστήματος, ως ένδειξη αυτονόητου σεβασμού στην ανεξαρτησία των εξουσιών, να το σεβαστεί. Όλα τα υπόλοιπα δεν στέκουν, και θεωρώ ότι είναι διατυπώσεις οι οποίες στρέφονται ευθέως εναντίον της διάκρισης των εξουσιών. Χρειάζεται αυτοσυγκράτηση, γιατί μιλάμε για αποφάσεις από ανθρώπους που έχουν μακρά πορεία στη δικαιοσύνη», πρόσθεσε.
«Μπορεί πλέον τα τηλεδικαστήρια να έχουν γίνει δεύτερη φύση της δημόσιας συζήτησης, τα οποία δυστυχώς δεν είναι μόνο τηλεδικαστήρια, είναι και πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι μόνο τα δικαστήρια σε κάποιες τηλεοπτικές εκπομπές, είναι και τα δικαστήρια που γίνονται στη Βουλή, από αυτόκλητους δικαστές, σε τηλεοπτικά πάνελ. Όμως, η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί έτσι. Ούτε στην ενημέρωση πολιτικών συντακτών, ούτε σε ένα πάνελ, ούτε στο καφενείο, ούτε στον δρόμο. Η δικαιοσύνη λειτουργεί στις δικαστικές αίθουσες και απονέμεται από δικαστικούς λειτουργούς, από συστάσεις του ελληνικού κράτους. Και επειδή θέλουμε να συνεχίσουμε να έχουμε και θα έχουμε μια ανθεκτική δημοκρατία, ο σεβασμός στο τεκμήριο αθωότητας πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτος, όπως και η διάκριση των εξουσιών», τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
«Όταν λοιπόν μιλάει η δικαιοσύνη, ό,τι και να πει, εμείς δεν μπορούμε, δεν μας επιτρέπεται να κάνουμε το οποιοδήποτε σχόλιο. Όλα αυτά τα οποία ερωτώνται, όλα αυτά τα ερεύνησε η δικαιοσύνη και αποφάσισε. Και για να δείτε ότι δεν λέμε και ξελέμε, δεν φάσκουμε και αντιφάσκουμε, την ίδια ακριβώς στάση είχαμε και μετά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία, σας θυμίζω, είναι μια απόφαση που έχει εφεσιβληθεί και θα πάρει τον δρόμο του το εφετείο, δηλαδή η εκδίκαση του δεύτερου βαθμού. Κανένα σχόλιο, απόλυτο σεβασμό στη δικαιοσύνη, αλλά από όλους», σημείωσε.
Σε ερώτηση για τον πληθωρισμό και την ακρίβεια, ο κ. Μαρινάκης, αφού αναφέρθηκε στις μειώσεις 83 φόρων και τις πρόσφατες μειώσεις φόρων στα εισοδήματα, υπογράμμισε: «Τι λένε τα επίσημα στοιχεία της Eurostat και της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής; Λένε ότι η αύξηση του μέσου μισθού, αν συνυπολογίσει κανείς και την επίδραση του πληθωρισμού, με όρους αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα, είναι στο 11%. Γιατί έχει αυξηθεί ο μέσος μισθός, χωρίς την επίδραση του πληθωρισμού, περίπου στο 30-35%, και η επίδραση των τιμών αυτό το 35% το έχει κάνει 11%, κατά μέσο όρο πάντοτε. Αυτό συμβαίνει γιατί έχουμε να κάνουμε με ένα πρωτοφανές κύμα πληθωρισμού. Συμπέρασμα: Συμφωνούμε ότι υπάρχει ζήτημα ακρίβειας, και ειδικά για κάποιους συμπολίτες μας με χαμηλότερα εισοδήματα, ακόμα μεγαλύτερο. Το θέμα είναι πώς αντιμετωπίζουμε αυτό το πρόβλημα, το οποίο είναι αντικειμενικό και όχι μόνο ελληνικό.
«Άλλοι πιστεύουν ότι το πρόβλημα αυτό το αντιμετωπίζουμε με υποσχέσεις, με λεφτόδεντρα, με παροχολογία. Αυτή η λογική είναι που οδήγησε την Ελλάδα στην πτώχευση και την υποθήκευση της δικής μας γενιάς», επεσήμανε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
