29/08/2026

Οι Οίκοι Αξιολόγησης Επανεξετάζουν την Ελλάδα: Ο Δεύτερος Γύρος Αξιολογήσεων εστιάζει στην Πτωτική Πορεία του Χρέους

Με «όπλα» το πρωτογενές πλεόνασμα του φετινού προϋπολογισμού, τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους και την ανθεκτικότητα της οικονομίας στις πιέσεις που δέχεται από τη συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή, η Ελλάδα αναμένει τον δεύτερο γύρο αξιολογήσεων για το 2026 από τους πέντε μεγάλους διεθνείς οίκους. Πρώτος θα δώσει την ετυμηγορία του ο DBRS την ερχόμενη Παρασκευή

Δηλώσεις Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την Κρίση στη Μέση Ανατολή: Η Οικονομία Έχει Αντέξει, Το Τελικό Αποτέλεσμα Εξαρτάται από τη Διάρκεια και την Ένταση

Με ισχυρά «όπλα» το πρωτογενές πλεόνασμα του τρέχοντος προϋπολογισμού, τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας απέναντι στις πιέσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η Ελλάδα προετοιμάζεται για τον δεύτερο γύρο αξιολογήσεων για το 2026 από τους πέντε κορυφαίους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Η αυλαία θα ανοίξει την ερχόμενη Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου, με την αξιολόγηση του DBRS. Θα ακολουθήσουν στις 18 Σεπτεμβρίου οι αξιολογήσεις από τον Scope Ratings και τον Moody’s. Στις 23 Οκτωβρίου, τη σκυτάλη θα πάρει ο S&P, ενώ ο κύκλος θα ολοκληρωθεί στις 6 Νοεμβρίου με τον Fitch.

Έχοντας ήδη αποδώσει την επενδυτική βαθμίδα στην Ελλάδα την περίοδο 2023/2024 και, με εξαίρεση τον Moody’s, προχωρήσει σε περαιτέρω αναβαθμίσεις, οι οίκοι είχαν επιβεβαιώσει το ελληνικό αξιόχρεο στο επίπεδο ΒΒΒ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, διατηρώντας στάση αναμονής λόγω της αβεβαιότητας που προέκυψε από τον πόλεμο στο Ιράν.

Ενεργειακές Προκλήσεις και Ανθεκτικότητα της Οικονομίας
Από τον περασμένο Μάρτιο, όταν πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες αξιολογήσεις του 2026, η κατάσταση έχει αλλάξει σημαντικά. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, έξι μήνες μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της τιμής του πετρελαίου μπρεντ, η οποία πλησιάζει τα 90 δολάρια το βαρέλι, από περίπου 60 δολάρια στις αρχές του έτους. Παράλληλα, η τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει υπερδιπλασιαστεί, φτάνοντας την Πέμπτη τα 68 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από μόλις 26,5 ευρώ.

Παρά τις έντονες πιέσεις στο ενεργειακό μέτωπο και την άνοδο του πληθωρισμού, η ελληνική οικονομία επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσιο ρυθμό το πρώτο τρίμηνο του έτους, ενώ αναμένονται τα στοιχεία για το δεύτερο τρίμηνο από την ΕΛΣΤΑΤ στις 7 Σεπτεμβρίου.

Στον κρατικό προϋπολογισμό, καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα 5,77 δισεκατομμυρίων ευρώ για το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου, ξεπερνώντας τον στόχο και ενισχύοντας την πτωτική πορεία του χρέους. Επιπλέον, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, αναφέρθηκε σε νέες πρόωρες αποπληρωμές χρέους ύψους 12,8 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Με την επιτυχή ολοκλήρωση αυτών των αποπληρωμών, ο στόχος του προϋπολογισμού για μείωση του χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026, από 145,9% το 2025, αναμένεται να υπερκαλυφθεί άνετα. Αυτό θα τοποθετήσει την Ελλάδα πίσω από την Ιταλία, ως τη χώρα με το υψηλότερο χρέος στην Ευρωζώνη.

Εκτιμήσεις και Προβλέψεις των Οίκων Αξιολόγησης
Δεδομένου ότι η προοπτική μείωσης του χρέους αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τους οίκους αξιολόγησης, αναμένεται με ενδιαφέρον πώς θα αντικατοπτριστούν αυτές οι εξελίξεις στις επερχόμενες αξιολογήσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Scope, ο οποίος ήταν ο πρώτος οίκος που απέδωσε την επενδυτική βαθμίδα στην Ελλάδα και αναθεώρησε την προοπτική του ελληνικού αξιόχρεου σε θετική τον Νοέμβριο του 2025, εμφανίζεται πλέον ιδιαίτερα αισιόδοξος για την αποκλιμάκωση του χρέους. Ενώ στην αξιολόγηση της 17ης Μαρτίου προέβλεπε μείωση στο 127% του ΑΕΠ το 2030 και στο 120% το 2035, σε έκθεση του Ιουνίου εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει στο 107% το 2031, ξεπερνώντας όχι μόνο την Ιταλία, αλλά και τη Γαλλία και το Βέλγιο.

Στην αξιολόγηση του Μαρτίου, ο Moody’s εκτιμούσε ότι η μείωση του ελληνικού χρέους θα συνεχιζόταν με βραδύτερο ρυθμό, υποχωρώντας στο 140% του ΑΕΠ το 2027. Ωστόσο, η πρόβλεψη αυτή φαντάζει πλέον ξεπερασμένη, υπό το πρίσμα των νεότερων δημοσιονομικών εξελίξεων και της σημαντικής πρόωρης αποπληρωμής του χρέους. Θα είναι, λοιπόν, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η νέα ετυμηγορία του οίκου, ο οποίος στην προηγούμενη αξιολόγησή του σημείωνε ότι «ανοδική πίεση στο αξιόχρεο της Ελλάδας θα μπορούσε να προκύψει, εάν παρατηρούσαμε διατηρήσιμες μειώσεις στο ελληνικό χρέος που θα ξεπερνούσαν σημαντικά τις τρέχουσες προσδοκίες μας».

Ο DBRS, τον Μάρτιο, σημείωνε ότι «αν και οι οικονομικοί και δημοσιονομικοί ευνοϊκοί άνεμοι πιθανότατα θα συνεχιστούν το 2026, οι οικονομικές προοπτικές εκτίθενται σε σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μια κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων». Και προσέθετε ότι θα μπορούσε να αναβαθμίσει το αξιόχρεο «εάν το δημόσιο χρέος μειωνόταν γενικά σύμφωνα με τις προσδοκίες για τα επόμενα 1-2 χρόνια και ο λόγος του (προς το ΑΕΠ) προβλεπόταν να παραμείνει σε σταθερή καθοδική πορεία μεσοπρόθεσμα, χάρη σε ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα».

Την περασμένη εβδομάδα, ο Fitch τόνισε ότι η ταχεία μείωση του ελληνικού χρέους αποτέλεσε τον καταλύτη για τις τρεις αναβαθμίσεις που πραγματοποίησε από το 2021. Αν και η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 22% την περίοδο 2021-2025, έναντι περίπου 13,5% στην ΕΕ, ήταν ο βασικός μοχλός για τη μείωση του χρέους, ήταν η δημοσιονομική πολιτική που καθόρισε την ταχεία αποκλιμάκωσή του, σημείωνε ο οίκος. Ο Fitch πρόσθεσε ότι οι παράγοντες που στήριξαν την ανάκαμψη αρχίζουν να εξασθενούν, καθώς η ανάκαμψη του τουρισμού έχει ολοκληρωθεί, η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ κορυφώνεται το 2026 και δεν υπάρχει πλέον αρνητικό πραγματικό κόστος χρηματοδότησης.

«Καθώς αυτοί οι παράγοντες εξασθενούν, τα πρωτογενή πλεονάσματα θα επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του βάρους της απομόχλευσης (του χρέους), την ώρα που η διατήρησή τους γίνεται πιο απαιτητική εν μέσω γήρανσης του πληθυσμού, αυξανόμενων δεσμεύσεων για την άμυνα και φθίνουσας πολιτικής συναίνεσης», ανέφερε ο Fitch.