Ο Πόλεμος στη Μέση Ανατολή και οι Πιέσεις στα Κρατικά Ομόλογα: Έκκληση της ΕΕ για Δημοσιονομική Πειθαρχία
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει μεγάλες παράπλευρές απώλειες στην παγκόσμια οικονομία, κυρίως στις χώρες που εισάγουν ενέργεια, επιβαρύνοντας τους καταναλωτές με τις μεγάλες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και τον υψηλότερο πληθωρισμό που αυτές προκαλούν. Ο υψηλότερος πληθωρισμός πιέζει τις κεντρικές τράπεζες να κινηθούν σε μία τροχιά αύξησης των επιτοκίων, η οποία θα
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει επιφέρει σημαντικές έμμεσες συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία, πλήττοντας ιδίως τις χώρες που εξαρτώνται από την εισαγωγή ενέργειας. Οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν τη δυσβάσταχτη αύξηση των τιμών ενέργειας, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε υψηλότερο πληθωρισμό.
Ο αυξανόμενος πληθωρισμός αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να εξετάσουν την αύξηση των επιτοκίων. Αυτή η εξέλιξη θα επιβαρύνει άμεσα τους δανειολήπτες και, κατ’ επέκταση, ολόκληρη την οικονομία, περιορίζοντας την αναπτυξιακή δυναμική.
Η προοπτική αύξησης των επιτοκίων οδηγεί σε άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, αυξάνοντας έτσι το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων παγκοσμίως, από την Αμερική και την Ευρώπη έως την Ασία, άρχισαν να παρουσιάζουν ανοδική πορεία αμέσως μετά την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου. Οι διακυμάνσεις σε αυτή την πορεία αντανακλούν τις ελπίδες ή τις ανησυχίες των επενδυτών σχετικά με τη χρονική διάρκεια του πολέμου.
Στις αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης, στις 2 Απριλίου, οι αποδόσεις είχαν αυξηθεί κατά περίπου 30 μονάδες βάσης (0,3 ποσοστιαίας μονάδας) για τους γερμανικούς 10ετείς τίτλους, φτάνοντας περίπου τις 50 μ.β. για τους αντίστοιχους ιταλικούς.
Στα τέλη Μαρτίου, η άνοδος ήταν ακόμα πιο έντονη, φτάνοντας τις 75 μ.β. για την Ιταλία, μετά την αποτυχία επίτευξης συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου εντός της προθεσμίας που είχε ορίσει ο Πρόεδρος Τραμπ, υπό την απειλή επιθέσεων κατά ιρανικών εργοστασίων παραγωγής ενέργειας.
Στην Ελλάδα, η απόδοση των 10ετών ομολόγων διαμορφώθηκε την περασμένη Πέμπτη στο 3,79%, από 3,35% στις 2 Μαρτίου, καταγράφοντας αύξηση 44 μ.β. σε ένα μήνα. Η αύξηση αυτή ήταν μικρότερη σε σύγκριση με αυτή των ιταλικών και οριακά μικρότερη από των βρετανικών ομολόγων (45 μ.β.). Αυτό υποδηλώνει τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στην υγιή δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας και τη μείωση του δημόσιου χρέους της.
Εάν η Ελλάδα προσέφερε ομόλογα στις αγορές την Πέμπτη, θα δανειζόταν φθηνότερα από τη Βρετανία (4,83% για 10ετή τίτλο), τις ΗΠΑ (4,30%) και την Ιταλία (3,85%).
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις 27 Μαρτίου, αναφέρθηκε στις εξελίξεις της αγοράς ομολόγων, εισηγούμενη στο Eurogroup προσοχή στο σχεδιασμό των μέτρων στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που πλήττονται από τον αντίκτυπο του πολέμου.
Η Κομισιόν τόνισε την ανάγκη τα μέτρα να είναι στοχευμένα και προσωρινά, εντός των συμφωνημένων μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών πλαισίων. Επιπλέον, υπογράμμισε ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το χρέος παραμένουν υψηλά σε πολλές χώρες της ΕΕ, καθιστώντας αδύνατη την ενεργοποίηση της γενικής ή των εθνικών ρητρών διαφυγής από τους δημοσιονομικούς κανόνες.
«Η πρόσφατη αβεβαιότητα έχει προκαλέσει αυξημένες διακυμάνσεις και ανοδική πίεση στις αποδόσεις κρατικών ομολόγων σε όλη την Ευρώπη. Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις από τις τιμές ενέργειας επιμείνουν, το κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις ενδέχεται να παραμείνει υψηλό. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφαρμογή του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ αποτελεί βασική εγγύηση για τη διατήρηση της αξιοπιστίας των δημόσιων οικονομικών των χωρών και τον περιορισμό της επίπτωσης στο κόστος δανεισμού», ανέφερε η Επιτροπή.
