Τέμπη: Συγκλονιστικές Μαρτυρίες Επιζώντων – «Όλα γύρω μου καίγονταν, ήμουν σε μια λίμνη αίματος»
Συγκλονιστικές περιγραφές για τη φωτιά, τον καπνό, τα τραύματα και τις στιγμές τρόμου που βίωσαν οι επιζώντες τη νύχτα της τραγωδίας των Τεμπών, ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης για το σιδηροδρομικό δυστύχημα.
Επιβάτες που επέζησαν από τη μοιραία σύγκρουση κατέθεσαν στο δικαστήριο, μεταφέροντας ζωντανές εικόνες από τις δραματικές στιγμές που εκτυλίχθηκαν μέσα στα βαγόνια της αμαξοστοιχίας.
Πρώτη στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε η Ανυσία Λιούρι, η οποία βρισκόταν στο κυλικείο του τρένου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας της ΕΔΑΠΟ (Επιτροπή Διερεύνησης Ανεξάρτητων Πραγματογνωμόνων Οικογενειών), στο συγκεκριμένο βαγόνι επέβαιναν 31 άτομα, με 25 εξ αυτών να χάνουν τη ζωή τους. Έξι άνθρωποι κατάφεραν να επιβιώσουν, ενώ δύο από αυτούς εκτοξεύτηκαν εκτός του βαγονιού.
«Ένιωθα ότι καίγομαι ζωντανή»
Η μάρτυρας αναφέρθηκε στα πρόσωπα που θυμάται από το κυλικείο, όπως η Μάρθη Ψαροπούλου, η Φραντσέσκα Μπέζα, η Κλαούντια Λάτα, η Εριέττα Μόλχο, οι δύο εργαζόμενοι του κυλικείου και άλλοι επιβάτες.
Περιγράφοντας τη στιγμή της σύγκρουσης, η Ανυσία Λιούρι κατέθεσε: «Φορούσα ακουστικά. Έβλεπα το σκοτάδι από το παράθυρο και κάποια στιγμή είδα μια λάμψη να πλησιάζει. Έκλεισα τα μάτια και ένιωσα μια δυνατή κίνηση να με τραβάει προς τα κάτω. Πετάχτηκα στον αέρα και έπεσα έξω».
Ιδιαίτερα συγκλονιστική ήταν η περιγραφή της για τη φωτιά που ακολούθησε: «Υπήρχε φωτιά πάνω από το κεφάλι μου. Είδα τη φωτιά με τα μάτια μου. Ένιωθα να καίγομαι ζωντανή. Ένας άντρας με τράβηξε από τη φωτιά. Αν δεν με έβρισκε θα πέθαινα εκεί».
Όπως ανέφερε, υπέστη θερμικά και χημικά εγκαύματα, με την αναπηρία της να φτάνει περίπου το 96% εφ’ όρου ζωής.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, δύο άνδρες τη μετέφεραν σε ασφαλές σημείο και το ασθενοφόρο έφτασε περίπου 45 λεπτά αργότερα. Αρχικά διακομίστηκε στο νοσοκομείο της Λάρισας και στη συνέχεια στο «Παπανικολάου» της Θεσσαλονίκης.
Εκτός από τα εγκαύματα, είχε υποστεί σοβαρά κατάγματα στο κεφάλι και σε άλλα σημεία του σώματός της, όπως προκύπτει και από τα ιατρικά έγγραφα που προσκόμισε στο δικαστήριο.
Απαντώντας σε ερωτήσεις του Αντώνη Ψαρόπουλου, πατέρα της Μάρθης και συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας, για τα εγκαύματα στα πόδια της, η μάρτυρας ανέφερε: «Αισθάνθηκα το κάψιμο στον αέρα. Ό,τι μου συνέβη, εκεί μέσα μου συνέβη. Η φωτιά προήλθε από μπροστά στο κυλικείο».
«Ήμουν κάτω από μια λίμνη αίματος»
Από το δεύτερο βαγόνι κατέθεσε η Ντίνα Μαγδαλιανίδη, η οποία ταξίδευε για πρώτη φορά με τρένο. Όπως περιέγραψε, είχε αρχικά κατευθυνθεί στο κυλικείο, ωστόσο επέστρεψε στη θέση της εξαιτίας μιας μυρωδιάς υγραερίου και επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμο κάθισμα για να καθίσει μόνη της.
Για τις στιγμές της σύγκρουσης ανέφερε: «Έγινε τρακάρισμα. Θυμάμαι να χτυπάω μπροστά το κεφάλι μου από τη βαλίτσα μου. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι όλα γύρω μου καίγανε. Είχε καπνούς, ένιωθα εγκλωβισμένη. Ήμουν κάτω από μια λίμνη αίματος».
Η ίδια περιέγραψε πως άλλοι επιβάτες τής έδεσαν το πόδι με το λουρί μιας τσάντας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον τραυματισμό της. Όπως κατέθεσε, έχει υποβληθεί σε 25 χειρουργικές επεμβάσεις, ενώ οι θεραπείες συνεχίζονται. «Είμαι σε συνεχή πόνο και δεν κοιμάμαι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Μετά το συμβάν υπάρχει μια σκιά θανάτου»
Στη συνέχεια κατέθεσαν επιβάτες από το τέταρτο βαγόνι, ο Ευάγγελος Τσαλός και η Ηλιάνα-Ειρήνη Μανίκα.
Ο κ. Τσαλός περιέγραψε τον ήχο των μετάλλων που σύρονταν και τη μεγάλη φωτιά που ακολούθησε τη σύγκρουση. Όπως ανέφερε, χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν σφυρί για να σπάσουν το παράθυρο του βαγονιού και να καταφέρουν να βγουν.
Από την πλευρά της, η κ. Μανίκα μίλησε για εικόνες που θύμιζαν σκηνικό πολέμου, με καπνούς, θραύσματα και κραυγές επιβατών. «Αναγκαστήκαμε να πηδήξουμε από το παράθυρο. Η φωτιά ήταν τεράστια. Αναρωτιόμουν γιατί δεν σβήνει η φωτιά. Άκουγα κραυγές παντού. Μετά το συμβάν υπάρχει μια σκιά θανάτου. Ο φόβος του επικείμενου θανάτου», κατέθεσε.
Η ίδια αναφέρθηκε επίσης σε μια περίεργη οσμή που αντιλήφθηκε μετά τη σύγκρουση, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει από πού προερχόταν.
«Έβλεπα δύο εστίες φωτιάς»
Από το έκτο βαγόνι κατέθεσαν ο Βασίλειος Βραχνής και ο Άγγελος Τσιαμούρας. Ο κ. Βραχνής ανέφερε ότι το τρένο κινούνταν με αρκετή ταχύτητα, ενώ θυμάται να βλέπει δύο εστίες φωτιάς μετά τη σύγκρουση.
Ο κ. Τσιαμούρας, ο οποίος τότε ήταν μόλις 19 ετών, περιέγραψε τις συνθήκες μέσα στα βαγόνια, με πυκνό καπνό και συντρίμμια παντού. Όπως κατέθεσε, κάποια στιγμή δεν μπορούσε να αναπνεύσει εξαιτίας του καπνού, ενώ βοήθησε επιβάτες να βγουν από το τρίτο βαγόνι. Παρέμεινε στο σημείο της σύγκρουσης μέχρι τις 2 τα ξημερώματα.
Σε ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου, διευκρίνισε ότι δεν άκουσε κάποια έκρηξη, πέρα από τον ήχο που προκάλεσε το κύμα της σύγκρουσης. Παράλληλα, επισήμανε ότι εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχε οργάνωση από την πλευρά της Πυροσβεστικής.
Η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών συνεχίζεται αύριο, Τετάρτη (4/11).
