Το ενεργειακό στοίχημα τρισεκατομμυρίων ευρώ που θα καθορίσει το βιομηχανικό μέλλον της Ευρώπης
Έπειτα από μια δεκαετία διαδοχικών ενεργειακών κρίσεων, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επιλογή που ενδέχεται να καθορίσει το βιομηχανικό της μέλλον: είτε θα αποκτήσει άφθονη και φθηνή εγχώρια ηλεκτρική ενέργεια είτε θα συνεχίσει να χάνει έδαφος απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα. Το στοίχημα είναι ύψους πολλών τρισ. ευρώ και στηρίζεται στην ταχεία ανάπτυξη
Μετά από μια δεκαετία διαδοχικών ενεργειακών κρίσεων, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κομβική απόφαση που ενδέχεται να διαμορφώσει το βιομηχανικό της μέλλον: είτε θα εξασφαλίσει άφθονη και οικονομικά προσιτή εγχώρια ηλεκτρική ενέργεια, είτε θα συνεχίσει να χάνει έδαφος έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας. Το στοίχημα, ύψους πολλών τρισεκατομμυρίων ευρώ, επικεντρώνεται στην ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των δικτύων μεταφοράς, των συστημάτων αποθήκευσης και του ευρύτερου εξηλεκτρισμού της οικονομίας.
Πλέον, το θέμα υπερβαίνει την απλή αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, η ενεργειακή μετάβαση έχει αναδειχθεί σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας, βιομηχανικής πολιτικής και οικονομικής επιβίωσης.
Οι προκλήσεις του παρόντος
Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη παραμένουν κατά περίπου 50% υψηλότερες σε σύγκριση με την Κίνα και διπλάσιες σε σχέση με τις ΗΠΑ, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Αυτό το χάσμα επιβαρύνει σοβαρά τη μεταποίηση, δυσχεραίνοντας την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έναντι εκείνων που λειτουργούν με πολύ χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.
Η κατάρρευση του παλαιού μοντέλου
Στην πορεία του προηγούμενου αιώνα, η Ευρώπη πέρασε από διάφορα ενεργειακά μοντέλα. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, στηριζόταν κυρίως στον άνθρακα. Ακολούθησε η στροφή προς το πετρέλαιο, ενώ από τη δεκαετία του 1980 ενισχύθηκε η πυρηνική ενέργεια και το φυσικό αέριο.
Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 αποτέλεσε καταλύτη για σημαντικές αλλαγές. Η Γαλλία, ανταποκρινόμενη με το σχέδιο Messmer, ανέπτυξε έναν εκτεταμένο στόλο πυρηνικών σταθμών, περιορίζοντας έτσι σημαντικά την εξάρτησή της από εισαγωγές άνθρακα και επαναφέροντας το ενεργειακό κόστος σε επίπεδα της δεκαετίας του 1960.
Την ίδια περίοδο, η αξιοποίηση των κοιτασμάτων της Βόρειας Θάλασσας προμήθευσε την Ευρώπη με μεγάλες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου, μειώνοντας την ανάγκη για εισαγωγές και στηρίζοντας μια περίοδο ευημερίας.
Ωστόσο, η κορύφωση της παραγωγής πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα στα τέλη της δεκαετίας του 1990, σηματοδότησε μια αυξανόμενη εξάρτηση της ευρωπαϊκής ανάπτυξης από τις άφθονες και σχετικά φθηνές εισαγωγές ρωσικών καυσίμων.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 διέλυσε απότομα αυτό το μοντέλο. Η τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη δεκαπλασιάστηκε, ξεπερνώντας τα 260 ευρώ ανά μεγαβατώρα τον Αύγουστο του 2022. Οι μακροχρόνιες προμήθειες μέσω αγωγών αντικαταστάθηκαν σε μεγάλο βαθμό από ακριβότερες εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου, κυρίως από τις ΗΠΑ.
Το κόστος ήταν βαρύ για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Ο κλάδοι χημικών, λιπασμάτων, αλουμινίου, χάλυβα, τσιμέντου και χαρτιού υπέστησαν σημαντική απώλεια ανταγωνιστικότητας, συμβάλλοντας στην παρατεταμένη βιομηχανική επιβράδυνση της Ευρώπης από το 2023.
Η πρόσφατη αναταραχή στη Μέση Ανατολή και η πιθανή απώλεια περίπου του 20% των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω πιθανού κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, υπενθύμισαν εκ νέου πόσο ευάλωτη παραμένει η ήπειρος.
Το συμπέρασμα, σύμφωνα με το Reuters, είναι σαφές: η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να ανατίθεται σε τρίτους.
Από την κλιματική πολιτική στην ασφάλεια
Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε τους πρώτους δεσμευτικούς στόχους για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) το 2009 και παρουσίασε την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία το 2019, ο πρωταρχικός στόχος ήταν η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Το σχέδιο βασίστηκε στην παραδοχή ότι η σταδιακή ανάπτυξη της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας, σε συνδυασμό με τη μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων, θα επαρκούσε για την απανθρακοποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Παράλληλα, πολλοί θεωρούσαν ότι το ρωσικό φυσικό αέριο θα παρέμενε μια φθηνή και αξιόπιστη πηγή κατά τη μεταβατική περίοδο. Αυτή η παραδοχή αποδείχθηκε καταστροφικά λανθασμένη.
Πλέον, οι ΑΠΕ αντιμετωπίζονται όχι μόνο ως εργαλείο για το κλίμα, αλλά ως θεμελιώδης πυλώνας ενεργειακής αυτονομίας και βιομηχανικής πολιτικής.
Η Ε.Ε. στοχεύει να αυξήσει το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην ενεργειακή κατανάλωση από περίπου 26% σήμερα σε τουλάχιστον 42,5% έως το 2030. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φιλοδοξεί να μετατρέψει την Ευρώπη στην πρώτη «ήπειρο του ηλεκτρισμού», διπλασιάζοντας σχεδόν το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας στην τελική κατανάλωση στο 46% έως το 2040.
Σύμφωνα με το Institute for Energy Economics and Financial Analysis, εάν επιτευχθούν οι ευρωπαϊκοί στόχοι για τις αντλίες θερμότητας, τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά, αυτές οι τρεις τεχνολογίες θα μπορούσαν να μειώσουν τη ζήτηση φυσικού αερίου κατά περίπου 25% έως το 2030.
Επενδύσεις άνω των 660 δισ. ευρώ τον χρόνο
Το κόστος του εγχειρήματος είναι τεράστιο. Οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι θα απαιτούνται επενδύσεις άνω των 660 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2040.
Ωστόσο, εξίσου υψηλό είναι και το κόστος της αδράνειας. Από την ενεργειακή κρίση του 2022 και μετά, η Ε.Ε. δαπανά περίπου 450 δισ. ευρώ κάθε χρόνο για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Η Κομισιόν υπολογίζει ότι το σχέδιο εξηλεκτρισμού θα μπορούσε να περιορίσει αυτόν τον λογαριασμό κατά 260 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2040.
Υπάρχει επίσης μια ουσιαστική διαφορά ως προς την κατεύθυνση των κεφαλαίων. Οι εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου μεταφέρουν χρήματα εκτός Ευρώπης. Αντίθετα, τα φωτοβολταϊκά πάρκα, τα δίκτυα, τα ηλεκτρικά οχήματα, οι αντλίες θερμότητας, οι μονάδες μπαταριών και οι νέες διασυνδέσεις μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και εφοδιαστικές αλυσίδες εντός της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η μάχη για την τεχνητή νοημοσύνη
Η πρόσβαση σε φθηνή και άφθονη ηλεκτρική ενέργεια γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη λόγω της ταχύτατης ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης. Τα data centers απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρισμού, με αποτέλεσμα η ενεργειακή επάρκεια να αποτελεί πλέον προϋπόθεση και για την τεχνολογική ανταγωνιστικότητα.
Η Ευρώπη βρίσκεται ήδη πίσω. Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 50% της παγκόσμιας δυναμικότητας των data centers, η Κίνα περίπου το 30% και η Ευρώπη μόλις το 12%, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας. Η γεφύρωση αυτού του χάσματος θα είναι εξαιρετικά δύσκολη όσο οι ευρωπαϊκές τιμές ενέργειας παραμένουν μη ανταγωνιστικές.
Υπάρχει, πάντως, η προοπτική σημαντικής αποκλιμάκωσης, εφόσον η εγκατάσταση νέων ΑΠΕ έως το 2030 αυξηθεί ταχύτερα από τη ζήτηση. Η Eurasia Group προβλέπει ότι, σε ένα τέτοιο σενάριο, η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία θα μπορούσε να υποχωρήσει κοντά στα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα έως το τέλος της δεκαετίας, από περίπου 90 ευρώ κατά μέσο όρο το 2025.
Ο κίνδυνος μιας νέας εξάρτησης
Το σχέδιο συνοδεύεται από σοβαρούς κινδύνους. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες βασικών τεχνολογιών καθαρής ενέργειας, από τα φωτοβολταϊκά πάνελ έως τις μπαταρίες, παραμένουν συγκεντρωμένες στην Κίνα. Η Ευρώπη κινδυνεύει, επομένως, να αντικαταστήσει την εξάρτηση από τα εισαγόμενα καύσιμα με μια νέα εξάρτηση από κινεζικό εξοπλισμό.
Οι Βρυξέλλες επιχειρούν να περιορίσουν τον κίνδυνο με δημόσια χρηματοδότηση, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και κίνητρα για την ανάπτυξη ευρωπαϊκής παραγωγής. Στόχος είναι οι μονάδες εντός Ε.Ε. να καλύπτουν τουλάχιστον το 40% των ετήσιων αναγκών εγκατάστασης καθαρών τεχνολογιών έως το 2030.
Ο χρόνος, όμως, πιέζει. Η Κίνα διευρύνει με ταχύτητα τις εξαγωγές προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, από ηλεκτρικά αυτοκίνητα έως χημικά, απειλώντας να περιορίσει το μερίδιο των ευρωπαϊκών βιομηχανιών προτού αποδώσουν οι ενεργειακές μεταρρυθμίσεις.
Παράλληλα, τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να καλύπτουν περίπου τα τρία πέμπτα της ευρωπαϊκής ενεργειακής κατανάλωσης, ενώ το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας στην τελική ζήτηση παραμένει σχεδόν αμετάβλητο εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.
Το παλαιό ευρωπαϊκό ενεργειακό μοντέλο, πάντως, έχει εξαντληθεί. Για μια ήπειρο που θέλει ταυτόχρονα να επανεξοπλιστεί, να ψηφιοποιηθεί και να ανακτήσει τη βιομηχανική της ισχύ, η ασφαλής και προσιτή ηλεκτρική ενέργεια δεν αποτελεί πλέον έναν ακόμη περιβαλλοντικό στόχο. Είναι όρος επιβίωσης.
moneyreview.gr με πληροφορίες Reuters
Διαβάστε επίσης:
- Γερμανία: Το σχέδιο Μερτς απειλεί την επιβίωση των φωτοβολταϊκών λένε εκπρόσωποι του κλάδου
- Ηλιακή ενέργεια: Νο1 πηγή ρεύματος στην Ευρώπη – Το «μέρισμα» των 20 δισ. ευρώ από το φυσικό αέριο
