Ο υφυπουργός Τσάφος επισημαίνει λογιστικό σφάλμα στη σύγκριση τιμών ηλεκτρικής ενέργειας Ελλάδας – ΕΕ
Λογιστικό σφάλμα στη σύγκριση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας Ελλαδας- ΕΕ από το Green Tank, επισημαίνει ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος. Σε σχετική ανάρτηση στο Linkedin αναφέρει τα εξής: «Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση που έχει προκύψει από τη μελέτη του Green Tank με τίτλο “Τάσεις στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας”. Το
Ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, επεσήμανε ένα λογιστικό σφάλμα που εντοπίστηκε στη σύγκριση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ Ελλάδας και της υπόλοιπης Ευρώπης, όπως παρουσιάστηκε από την ανάλυση του Green Tank.
Σε ανάρτησή του στο LinkedIn, ο κ. Τσάφος ανέφερε τα εξής:
«Παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τη συζήτηση που έχει προκύψει από τη μελέτη του Green Tank με τίτλο “Τάσεις στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας”.
Το βασικό εύρημα της ανάλυσης, τουλάχιστον όπως αυτό αναπαράγεται από τα μέσα ενημέρωσης, είναι ότι “Η λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας παραμένει διαχρονικά από τις ακριβότερες στην ΕΕ-27 σε ό,τι αφορά το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων που καθορίζεται από τους παρόχους”.
Το Green Tank αποτελεί ένα σοβαρό ινστιτούτο και η συμβολή του στον δημόσιο διάλογο είναι πάντοτε ουσιαστική. Ωστόσο, στην συγκεκριμένη ανάλυση, εντοπίζεται ένα “λογιστικό” λάθος. Ας εξηγήσουμε.
Η ανάλυση βασίζεται στα στοιχεία της Eurostat (επισυνάπτεται). Για λόγους ευκολίας, αναπαράγω τον σχετικό πίνακα. Το Green Tank εστιάζει στο λεγόμενο “ανταγωνιστικό σκέλος” – αυτό που στον πίνακα αναγράφεται ως “ενέργεια και προμήθεια” – και συμπεραίνει, ορθώς, ότι τα 161 ευρώ για την Ελλάδα αποτελούν έναν από τους υψηλότερους δείκτες στην Ευρώπη. Μέχρι εδώ, τα πράγματα είναι σαφή.
Το πρόβλημα προκύπτει από τη σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα, το “ανταγωνιστικό σκέλος” δεν αντιστοιχεί αποκλειστικά στο “ανταγωνιστικό σκέλος” αυτό καθαυτό. Περιλαμβάνει (α) τις απώλειες που σημειώνονται στο σύστημα και το δίκτυο, και (β) όλα τα κόστη που σχετίζονται με τη σταθεροποίηση του συστήματος (εφεδρείες και λοιπές υπηρεσίες).
Σε άλλες χώρες, αυτά τα κόστη ενσωματώνονται συχνά στις χρεώσεις δικτύου – κάτι που άλλωστε αποδεικνύεται και από τον πίνακα: η Ελλάδα παρουσιάζει τις χαμηλότερες χρεώσεις δικτύου σε ολόκληρη την Ευρώπη (33 ευρώ), ενώ υπάρχουν χώρες με χρεώσεις δικτύου που είναι διπλάσιες ή και τριπλάσιες από αυτές της χώρας μας.
Συνεπώς, το συμπέρασμα ότι “η Ελλάδα πληρώνει πολύ ακριβά την ενέργεια” προκύπτει από μια παρερμηνεία των αριθμών. Υπάρχουν κόστη που εμείς κατατάσσουμε στη στήλη “ενέργεια και προμήθεια”, ενώ άλλες χώρες τα τοποθετούν στις “χρεώσεις δικτύου”. Εμείς εμφανιζόμαστε υψηλά στη μία στήλη και χαμηλά στην άλλη. Το ζήτημα είναι, κατά βάση, λογιστικού χαρακτήρα και όχι ενεργειακού.
Παρόμοιο πρόβλημα εντοπίζεται και στη σύγκριση που πραγματοποιεί το Green Tank μεταξύ χονδρικής και λιανικής πώλησης. Για να επιτευχθεί η μετάβαση από τη χονδρική στη λιανική, είναι απαραίτητο να προστεθούν (α) οι λογαριασμοί προσαυξήσεων (που καλύπτουν απώλειες, εφεδρείες, σταθερότητα συστήματος), (β) οι απώλειες στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ, και (γ) το περιθώριο κέρδους των εταιρειών προμήθειας.
Όταν υπολογίζονται όλα τα κόστη στο σύνολό τους, το φαινομενικό “χάσμα” μεταξύ χονδρικής και λιανικής περιορίζεται σημαντικά, με αποτέλεσμα η κερδοφορία που εναπομένει να είναι αρκετά χαμηλότερη από αυτή που απεικονίζεται εκ πρώτης όψεως στα γραφήματα της ανάλυσης του Green Tank.
Θα κλείσω με κάτι αυτονόητο: ο καταναλωτής ενδιαφέρεται για την τελική τιμή και όχι για την κατηγοριοποίηση των επιμέρους κόστων. Και στην τελική τιμή, η χώρα μας κατατάσσεται 10η φθηνότερη στην ΕΕ, με διαφορά 19% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για το 2025».
Διαβάστε επίσης:
Ρεύμα: Ακριβότερα 13,3% τα πράσινα από τα μπλε τιμολόγια το 2024 και 2025
Συγκράτηση τιμών στο ρεύμα, επιδοτήσεις και πλαφόν στα υγρά καύσιμα
Ακολουθήστε το Money Review στο Google News
