22/02/2026

Οι Υποδομές: Από Μοχλός Ανάπτυξης σε Κρίσιμο Εργαλείο Διαχείρισης Κινδύνων για την Οικονομία

Τα τελευταία χρόνια, οι υποδομές παύουν να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως εργαλείο ανάπτυξης και αναδεικνύονται σε βασικό οικονομικό μηχανισμό διαχείρισης κινδύνου. Η κλιματική αστάθεια, η ενεργειακή αβεβαιότητα και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού μετατρέπουν τις δημόσιες επενδύσεις σε ζήτημα ανθεκτικότητας της οικονομίας και όχι απλώς μεγέθυνσης. Η συζήτηση μετατοπίζεται από το πλήθος των έργων που υλοποιούνται

Οι Υποδομές: Από Μοχλός Ανάπτυξης σε Κρίσιμο Εργαλείο Διαχείρισης Κινδύνων για την Οικονομία

Τα τελευταία χρόνια, ο ρόλος των υποδομών έχει μετασχηματιστεί ριζικά. Πλέον, δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως εργαλεία που προωθούν την ανάπτυξη, αλλά αναδεικνύονται ως κεντρικοί μηχανισμοί για την αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων. Η αυξανόμενη κλιματική αστάθεια, η αβεβαιότητα στον ενεργειακό τομέα και οι διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού έχουν μετατοπίσει το επίκεντρο των δημόσιων επενδύσεων. Αυτές οι επενδύσεις δεν αφορούν πλέον μόνο τη μεγέθυνση της οικονομίας, αλλά επικεντρώνονται κυρίως στην ενίσχυση της ανθεκτικότητάς της.

Η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από το πλήθος των έργων που υλοποιούνται, στο κατά πόσον οι υποδομές μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των μελλοντικών κόστων, στην προστασία των οικονομικών αξιών και στη διαμόρφωση ενός σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος. Σήμερα, η αξιολόγηση των δημόσιων επενδύσεων δεν περιορίζεται στην ταχύτητα κατασκευής τους, αλλά εστιάζει στην ικανότητά τους να απορροφούν εξωτερικούς κραδασμούς και να ελαχιστοποιούν το κόστος που θα προκύψει από μελλοντικές κρίσεις.

Στην Ελλάδα, η διάσταση της κλιματικής αλλαγής γίνεται όλο και πιο εμφανής. Σύμφωνα με έρευνες της Τράπεζας της Ελλάδος, η μη έγκαιρη προσαρμογή στα κλιματικά φαινόμενα θα μπορούσε να επιφέρει αθροιστικό κόστος που θα ξεπεράσει τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2100.

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ετών, όπως οι καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία, κατέδειξαν με δραματικό τρόπο ότι η έλλειψη ανθεκτικών υποδομών δεν αποτελεί απλώς έναν θεωρητικό κίνδυνο, αλλά συνεπάγεται μετρήσιμες οικονομικές και κοινωνικές απώλειες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υποδομές επαναπροσδιορίζονται ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα πρόληψης και άμυνας, ικανό να μειώνει τους κινδύνους, να απορροφά τις κρίσεις και να διασφαλίζει τη συνέχεια της οικονομικής δραστηριότητας.

Όπως έχει τονίσει ο πρόεδρος του ΤΜΕΔΕ, Κωνσταντίνος Μακέδος, οι υποδομές δεν είναι απλώς κατασκευές, αλλά αποτελούν έναν θεμελιώδη μηχανισμό προστασίας, παραγωγικότητας και οικονομικής ισχύος, που θωρακίζει τη χώρα και ενισχύει την ανταγωνιστικότητά της.

Η διεθνής εμπειρία επιβεβαιώνει αυτή τη σημαντική μετατόπιση. Ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει την ανάγκη ενσωμάτωσης της ανθεκτικότητας σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής των έργων – από το αρχικό στάδιο του σχεδιασμού και της χρηματοδότησης, μέχρι τη λειτουργία και τη συντήρησή τους. Οι ανθεκτικές υποδομές όχι μόνο περιορίζουν τις ζημιές κατά τη διάρκεια κρίσεων, αλλά ενισχύουν και τη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα, καθιστώντας μια χώρα πιο ελκυστική για επενδύσεις.

Η συζήτηση γύρω από τις υποδομές συνδέεται πλέον άμεσα και με την αγορά ακινήτων. Η αξία ενός ακινήτου δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τα εγγενή του χαρακτηριστικά, αλλά και από το σύνολο των υποδομών που το περιβάλλουν. Έρευνες σε χώρες του ΟΟΣΑ καταγράφουν μία σαφή θετική συσχέτιση μεταξύ των επενδύσεων σε μεταφορικές υποδομές και των τιμών των ακινήτων, αποδίδοντάς το στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και στη μείωση του κόστους μετακίνησης. Μελέτες δείχνουν επίσης ότι στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως η κατασκευή ηχοπετασμάτων, μπορούν να αυξήσουν την αξία των κατοικιών έως και 6,8% σε κοντινές αποστάσεις, αποδεικνύοντας ότι η προσεκτική τεχνική σχεδίαση και η μείωση των αρνητικών εξωτερικοτήτων μεταφράζονται σε απτή οικονομική αξία. Στην Αθήνα, η εγγύτητα σε σταθμούς μετρό και βασικούς συγκοινωνιακούς κόμβους συνδέεται με υψηλότερες τιμές πώλησης και ενοικίασης, ενώ υποδομές που προκαλούν έντονες οχλήσεις τείνουν να μειώνουν την αξία τους. Παράλληλα, ο κλιματικός κίνδυνος αρχίζει να ενσωματώνεται στις τιμές των ακινήτων. Διεθνείς μελέτες αναφέρουν ότι ο κίνδυνος πλημμύρας ενσωματώνεται σταδιακά στις τιμές, ενώ τα έργα αντιπλημμυρικής προστασίας λειτουργούν ως ένα έμμεσο «ασφάλιστρο» για την ακίνητη περιουσία, μειώνοντας το discount κινδύνου.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη νέα προσέγγιση διαδραματίζει η τεχνολογία. Η ψηφιοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη και η προηγμένη ανάλυση δεδομένων επιτρέπουν την προληπτική λειτουργία των υποδομών, τη βελτιστοποίηση της συντήρησης και την ακριβέστερη αποτίμηση των κινδύνων. Επιπλέον, η ανθεκτικότητα δεν περιορίζεται πλέον σε μεγάλα, εμβληματικά έργα, αλλά ενισχύεται και από μικρότερες παρεμβάσεις σε τοπικό επίπεδο, οι οποίες συχνά έχουν άμεσο και ουσιαστικό κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο.

Το κρίσιμο στοίχημα πλέον είναι η μετάβαση από την αποσπασματική αντιμετώπιση σε μια ολοκληρωμένη, προληπτική στρατηγική. Οι υποδομές παύουν να είναι απλώς κατασκευές και αναδεικνύονται σε θεμέλιο ασφάλειας, βιωσιμότητας και οικονομικής ισχύος, καθορίζοντας όχι μόνο την ανθεκτικότητα της χώρας, αλλά και την αξία του περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε και επενδύουμε.