28/04/2026

Πρώτη Διάσκεψη για τη Μετάβαση από Ορυκτά Καύσιμα: Το Ελληνικό Μοντέλο Ενεργειακού Ρεαλισμού

Αρχίζει σήμερα στην Κολομβία η Πρώτη Διάσκεψη για τη Μετάβαση από τα Ορυκτά Καύσιμα, με στόχο την εξεύρεση λύσεων εκτός της αιγίδας της παραδοσιακής διεθνούς αρχιτεκτονικής για το κλίμα. Είναι η πρώτη σειράς διασκέψεων για το θέμα και συνδιοργανώνεται από την Κολομβία και την Ολλανδία. Η διάσκεψη είναι η πρώτη μιας «σειράς διασκέψεων» που συμφωνήθηκαν

Πρώτη Διάσκεψη για τη Μετάβαση από Ορυκτά Καύσιμα: Το Ελληνικό Μοντέλο Ενεργειακού Ρεαλισμού

Σήμερα ξεκινά στην Κολομβία η Πρώτη Διάσκεψη για τη Μετάβαση από τα Ορυκτά Καύσιμα, εστιάζοντας στην εξεύρεση λύσεων εκτός του παραδοσιακού πλαισίου των διεθνών κλιματικών διαπραγματεύσεων. Η εκδήλωση αυτή, η πρώτη μιας σειράς, συνδιοργανώνεται από την Κολομβία και την Ολλανδία και αποτελεί φόρουμ εστιασμένο σε λύσεις, που λειτουργεί ανεξάρτητα από την καθιερωμένη διεθνή αρχιτεκτονική για το κλίμα.

Οι τρέχουσες γεωπολιτικές συγκρούσεις, όπως οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι οποίες συνδέονται έμμεσα με την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, δεν αποτρέπουν τη συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση. Λόγω της βαθιάς ενσωμάτωσης της παραγωγής ορυκτών καυσίμων στις παγκόσμιες αγορές, στα χρηματοπιστωτικά συστήματα και τη γεωπολιτική, καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αυτή τη μετάβαση μεμονωμένα, όπως επισημαίνει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Παρόλα αυτά, οι ίδιες οι χώρες που πρωτοστατούν στην παγκόσμια περιβαλλοντική μετάβαση, εμφανίζονται να μειώνουν τις πράσινες φιλοδοξίες τους. Η αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια, και ειδικότερα ο πόλεμος στο Ιράν, ωθεί τις κυβερνήσεις να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις στις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, με στόχο την προστασία των οικονομιών τους από εξωτερικές κρίσεις.

Για τις περισσότερες χώρες, αυτό μεταφράζεται σε επιτάχυνση της μετάβασης σε καθαρές πηγές ενέργειας, όπως η ηλιακή και η αιολική. Ωστόσο, σε χώρες με σημαντικούς πόρους ορυκτών καυσίμων, ορισμένοι ηγέτες και νομοθέτες προτείνουν την αύξηση των γεωτρήσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα μηνύματα από τη Σάντα Μάρτα της Κολομβίας, αντηχούν τον ενεργειακό ρεαλισμό που έχει υιοθετήσει η ελληνική κυβέρνηση. Αυτός ο ρεαλισμός, όπως αποτυπώθηκε σε άρθρο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στους Financial Times και υλοποιείται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Σταύρο Παπασταύρου, θέτει ως αδιαμφισβήτητο στόχο την απανθρακοποίηση, αλλά προσαρμόζει την ταχύτητα της μετάβασης, ώστε να μην είναι βίαιη.

Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση σε εκτενές ρεπορτάζ του Politico για τη Διάσκεψη, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τον ορυκτό τους πλούτο, καθώς «αυτόν τον μήνα προχώρησε στην έγκριση της πρώτης υπεράκτιας εξερεύνησης μετά από σχεδόν 40 χρόνια».

Στο ίδιο πνεύμα, η Δανία εξετάζει την επέκταση των αδειών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ η Γερμανία και η Ολλανδία επιδιώκουν την αύξηση της παραγωγής φυσικού αερίου.

Η νέα κεντρώα κυβέρνηση συνασπισμού της Ολλανδίας, η οποία συνδιοργανώνει τη διάσκεψη με την Κολομβία, έχει αποκλείσει την επαναλειτουργία του κοιτάσματος του Χρόνινγκεν, του μεγαλύτερου κοιτάσματος φυσικού αερίου στην Ευρώπη, και δεν θα χορηγήσει περαιτέρω άδειες στη θαλάσσια περιοχή Βάντεν. Ωστόσο, μαζί με τη Γερμανία, προχωρά σε άλλα έργα στη Βόρεια Θάλασσα.

Το ολλανδικό υπουργείο κλίματος δεν βλέπει αντίφαση. «Η Ολλανδία έχει δεσμευτεί πλήρως να εγκαταλείψει τα ορυκτά καύσιμα», δήλωσε εκπρόσωπος, τονίζοντας το υψηλό ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της χώρας.

«Ωστόσο, αναγνωρίζουμε ότι η μετάβαση είναι περίπλοκη και μακρά», πρόσθεσε. «Η πραγματικότητα είναι ότι εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε ορυκτά καύσιμα, επειδή δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις. Αλλά πρέπει να καταβάλουμε μεγαλύτερες συλλογικές προσπάθειες για την σταδιακή κατάργησή τους. Και πρέπει να οργανωθούμε καλύτερα σε μεγάλη κλίμακα, ανάλογη της πρόκλησης. Αυτό ακριβώς είναι το θέμα της διάσκεψης στην Κολομβία».

Στη Γερμανία, το πακέτο μέτρων του τρέχοντος μήνα για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου κόστους ενέργειας, που οφείλεται στον πόλεμο στο Ιράν, περιλαμβάνει συμφωνία συνασπισμού για την «ανάπτυξη επιλεγμένων εγχώριων αποθεμάτων φυσικού αερίου», παράλληλα με την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Νωρίτερα φέτος, η γαλλική Γερουσία ενέκρινε πρόταση που επιτρέπει τις γεωτρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου σε υπερπόντια εδάφη, με στόχο τη βελτίωση της ασφάλειας εφοδιασμού, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις επιθυμίες της κυβέρνησης και έναν δεκαετή νόμο που τερματίζει τις εξερευνήσεις. Ορισμένοι νομοθέτες πιέζουν τώρα για την επέκταση της παραγωγής πετρελαίου στην ηπειρωτική Γαλλία.

Ακόμη και η Δανία, μια χώρα με μερικούς από τους πιο φιλόδοξους κλιματικούς στόχους παγκοσμίως, εξετάζει την επέκταση των αδειών παραγωγής στα κοιτάσματα της Βόρειας Θάλασσας.

«Η Ευρώπη πρέπει να σταθεί στα δικά της πόδια», δήλωσε ο Morten Bødskov, υπουργός Βιομηχανίας της Δανίας, ανακοινώνοντας την πιθανότητα χορήγησης περισσότερων αδειών. «Αυτό απαιτεί να επενδύσουμε μαζικά στη δική μας ενεργειακή δυναμικότητα. Κυρίως σε πράσινες λύσεις. Αλλά και στην προμήθεια που διατηρεί την παραγωγή σε λειτουργία, ενώ παράλληλα ενισχύουμε την επέκταση της πράσινης, σταθερής ενέργειας».

Αυτές οι συζητήσεις καταδεικνύουν ότι η ενεργειακή μετάβαση «είναι κάτι δύσκολο, ακόμη και για τις χώρες που πρωτοστατούν», υπογραμμίζει στο Politico η Beth Walker, ανώτερη σύμβουλος πολιτικής στο think tank E3G.

Και αυτό αποτελεί ένα δίλημμα που δεν αφορά μόνο τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Η πρόεδρος του Μεξικού, Claudia Sheinbaum, πρώην κλιματολόγος, έχει άρει την αντίθεσή της στην υδραυλική ρωγμάτωση (fracking), μια αμφιλεγόμενη τεχνολογία εξόρυξης φυσικού αερίου, προκειμένου να μειώσει την εξάρτηση της χώρας της από τις εισαγωγές από τις ΗΠΑ.

«Για πολλά χρόνια, η ίδια προσωπικά έλεγα όχι στην υδραυλική ρωγμάτωση. Αλλά όταν εξετάζω τις νέες τεχνολογίες και την κατάσταση της χώρας όσον αφορά την ενεργειακή εξάρτηση, το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι απλώς να πούμε όχι», δήλωσε η Sheinbaum την περασμένη εβδομάδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από πέντε χρόνια, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) είχε προειδοποιήσει ότι δεν πρέπει να εγκριθούν νέα πεδία πετρελαίου και φυσικού αερίου, εάν ο κόσμος θέλει να επιτύχει τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για περιορισμό της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας σε 1,5 βαθμό Κελσίου.

Οι χώρες δεν έλαβαν υπόψη την προειδοποίηση. Τουλάχιστον 180 νέα πεδία φυσικού αερίου και πετρελαίου εγκρίθηκαν μεταξύ 2021 και 2025, χωρίς να υπολογίζονται οι επεκτάσεις ή μέθοδοι όπως η υδραυλική ρωγμάτωση, όπως δήλωσε ο Scott Zimmerman, ο οποίος παρακολουθεί έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου για το Global Energy Monitor.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News