21/05/2026

Έρευνα Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ: Αποκαλύψεις για τα Προσόντα και τις Δεξιότητες των Εργαζομένων στην Ελλάδα

Δημοσιεύθηκε η έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για τα προσόντα και τις δεξιότητες των εργαζομένων. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε από τις 3 Νοεμβρίου έως τις 9 Δεκεμβρίου 2025 από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata, με βάση ερωτηματολόγιο που σχεδιάστηκε σε συνεργασία με τα στελέχη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Πρόκειται για

Έρευνα Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ: Αποκαλύψεις για τα Προσόντα και τις Δεξιότητες των Εργαζομένων στην Ελλάδα

Δημοσιεύθηκε πρόσφατα μια σημαντική έρευνα από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, η οποία εξετάζει τα προσόντα και τις δεξιότητες των εργαζομένων στην Ελλάδα. Η συλλογή δεδομένων διεξήχθη από τις 3 Νοεμβρίου έως τις 9 Δεκεμβρίου 2025, μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων με 6.000 εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα σε όλη τη χώρα. Την έρευνα πραγματοποίησαν οι εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata, με βάση ένα ερωτηματολόγιο που σχεδιάστηκε σε στενή συνεργασία με το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Η μεθοδολογία περιλάμβανε στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία, διασφαλίζοντας έτσι την αντιπροσωπευτικότητα των αποτελεσμάτων.

Βασικά Σημεία της Έρευνας

Η έρευνα αναδεικνύει δύο κρίσιμες πτυχές: α) η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ποιότητα της εργασίας. Η ύπαρξη γνώσεων και προσόντων δεν εγγυάται αυτόματα την ουσιαστική τους αξιοποίηση στην παραγωγική διαδικασία. β) Η συνεχής κατάρτιση δεν έχει ακόμη εδραιωθεί ως αναπόσπαστο στοιχείο της εργασιακής ζωής, παρά τη διαρκή αναφορά στην ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο την εκπαίδευση, αλλά συνολικά τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας, τις επενδύσεις των επιχειρήσεων στο ανθρώπινο δυναμικό και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων των εργαζομένων.

Αναλυτικά Ευρήματα

Τα ευρήματα σκιαγραφούν μια σύνθετη εικόνα για τη σχέση μεταξύ δεξιοτήτων, εργασίας, ανθρώπινου δυναμικού και συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης. Καταγράφονται σημαντικές αστοχίες μεταξύ σπουδών, προσόντων, δεξιοτήτων και του πραγματικού αντικειμένου της εργασίας. Η έρευνα τονίζει ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την επάρκεια των εργαζομένων, αλλά και την ποιότητα των θέσεων εργασίας, την οργάνωση της παραγωγής, την αξιοποίηση των υφιστάμενων δεξιοτήτων και τη σύνδεση της κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες όλων των εμπλεκομένων.

Στατιστικά Αποτελέσματα

  • Σχέση Σπουδών-Εργασίας: 42,6% των εργαζομένων δηλώνουν ότι το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων τους σχετίζεται λίγο ή καθόλου με την τρέχουσα εργασία τους. Αντίθετα, 44,2% δηλώνουν ότι η σχέση είναι μεγάλη ή πολύ μεγάλη. Αυτό υποδηλώνει μια αδύναμη σύνδεση για ένα σημαντικό τμήμα των εργαζομένων.
  • Ανταπόκριση στα Καθήκοντα: Η σύνδεση σπουδών-εργασίας επηρεάζει άμεσα την ανταπόκριση στα καθήκοντα. Περισσότεροι από τους μισούς (55,4%) εργαζόμενοι που ανταποκρίνονται πολύ καλά στα καθήκοντά τους, δηλώνουν ότι οι σπουδές τους είναι πολύ σχετικές με την εργασία τους. Αντίστοιχα, 90,1% όσων ανταποκρίνονται ελάχιστα, δηλώνουν ότι οι σπουδές τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους.
  • Επισφαλείς Μορφές Απασχόλησης: Η αναντιστοιχία σπουδών-εργασίας είναι εντονότερη σε επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Σχεδόν οι τρεις στους τέσσερις (72,9%) με εκ περιτροπής απασχόληση και το 66,2% με μερική απασχόληση, δηλώνουν ότι οι σπουδές τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους.
  • Επίπεδο Δεξιοτήτων: Σχεδόν δύο στους τρεις εργαζομένους (65%) πιστεύουν ότι διαθέτουν το ίδιο επίπεδο δεξιοτήτων με αυτό που απαιτεί η θέση τους. Το 29% δηλώνει ότι διαθέτει υψηλότερο επίπεδο, ενώ μόλις το 3,6% θεωρεί ότι οι δεξιότητές του είναι χαμηλότερες. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη για αξιοποίηση υπαρχόντων δεξιοτήτων, όχι μόνο την κάλυψη ελλείψεων.
  • Αιτίες Αναντιστοιχίας: Για όσους διαθέτουν υψηλότερες δεξιότητες, οι λόγοι περιλαμβάνουν την άμεση ανάγκη εύρεσης εργασίας (39%) και την επιλογή θέσης για εργασιακή σταθερότητα (20,8%). Για όσους οι δεξιότητες είναι χαμηλότερες, κυρίαρχος παράγοντας είναι η περιορισμένη εργασιακή εμπειρία (47,9%).
  • Προτεραιότητες Δεξιοτήτων: Οι ψηφιακές δεξιότητες είναι η πρώτη προτεραιότητα για 48,6% των εργαζομένων. Ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές (27,9%), οι γνωστικές (24,2%), οι διοικητικές (21,4%) και οι τεχνικές (20,6%).
  • Αίσθηση Τεχνολογικής Απαξίωσης: Μόνο το 24,1% των εργαζομένων πιστεύει ότι οι δεξιότητές τους κινδυνεύουν να καταστούν παρωχημένες την επόμενη πενταετία. Το 46,6% θεωρεί μια τέτοια εξέλιξη λίγο ή καθόλου πιθανή.
  • Αξιοποίηση Γνώσεων: Η τυπική εκπαίδευση (75,3%) και η προηγούμενη εργασιακή εμπειρία (74,7%) αξιοποιούνται σε μεγάλο ή μέτριο βαθμό. Η μη τυπική εκπαίδευση (σεμινάρια, καταρτίσεις) έχει χαμηλότερη αξιοποίηση (55,1%).
  • Επαγγελματική Επάρκεια: 74,6% των εργαζομένων θεωρούν ότι αξιοποιούν πλήρως ή αρκετά τις δεξιότητές τους. Σχεδόν εννέα στους δέκα (88,8%) ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της θέσης τους.
  • Συμμετοχή σε Καταρτίσεις: Σχεδόν τρεις στους τέσσερις (74,5%) δεν παρακολούθησαν κανένα πρόγραμμα κατάρτισης το τελευταίο έτος.
  • Πρόσβαση σε Καταρτίσεις: Η συμμετοχή είναι υψηλότερη για κατόχους μεταπτυχιακών (41,4%) και διδακτορικών (35,1%), ενώ είναι χαμηλότερη για αποφοίτους Γυμνασίου (10,5%) και Δημοτικού (12,3%). Η κατάρτιση δεν λειτουργεί ως μηχανισμός μείωσης ανισοτήτων.
  • Κατάρτιση & Εισόδημα: Η συμμετοχή είναι χαμηλή στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια (περίπου 20%) και αυξάνεται στα υψηλότερα (35,2% για 1.501-2.000 ευρώ).
  • Κόστος Καταρτίσεων: Το 41,5% των δαπανών καλύπτεται από τον εργοδότη, το 25,2% από τον εργαζόμενο και το 32% ήταν χωρίς κόστος ή καλύφθηκε από τρίτους.
  • Στάση Επιχειρήσεων: Το 57,1% των εργαζομένων πιστεύει ότι η επιχείρησή τους υποστηρίζει την κατάρτιση, αλλά το 36% δηλώνει το αντίθετο. Η υποστήριξη αυξάνεται με το μέγεθος της επιχείρησης.

Συμπεράσματα

Η έρευνα υπογραμμίζει ότι η αναβάθμιση των δεξιοτήτων δεν είναι αποκλειστικά ατομική ευθύνη. Αφορά την οργάνωση της εργασίας, την ποιότητα των θέσεων εργασίας, την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και τον παραγωγικό προσανατολισμό της οικονομίας. Απαιτείται ένα συνεκτικό πλαίσιο που θα συνδέει τη συνεχή κατάρτιση με τις πραγματικές ανάγκες, θα ενισχύει τη συμμετοχή των εργοδοτών και θα βασίζεται στον κοινωνικό διάλογο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν το σημαντικό απόθεμα γνώσεων, εμπειρίας και δεξιοτήτων των εργαζομένων μπορεί να αναγνωρίζεται, να αξιοποιείται και να αναπτύσσεται σε θέσεις εργασίας που προσφέρουν προοπτική και καλύτερους όρους. Η αναβάθμιση των δεξιοτήτων αποκτά ουσιαστικό νόημα μόνο όταν συνδέεται με την ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας και την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας.