24/07/2026

Αντιδράσεις και Ενστάσεις Στη Βουλή: Η Συζήτηση του Νομοσχεδίου του Υπουργείου Πολιτισμού Με Δύσκολες Ωριθανθείσες

Σε κλίμα γενικευμένων αντιδράσεων από επαγγελματικούς και συνδικαλιστικούς φορείς του πολιτισμού  η συζήτηση του νέου πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Πολιτισμού Το σχέδιο νόμου, επιφέρει δομικές αλλαγές σε δύο βασικούς άξονες: τη διαχείριση των αρχαιολογικών πόρων και το θεσμικό πλαίσιο χρηματοδότησης της εγχώριας οπτικοακουστικής παραγωγής. Η διαδικασία εισαγωγής του νομοσχεδίου συγκεντρώνει τα πυρά των συνδικαλιστικών φορέων, οι

Αντιδράσεις και Ενστάσεις Στη Βουλή: Η Συζήτηση του Νομοσχεδίου του Υπουργείου Πολιτισμού Με Δύσκολες Ωριθανθείσες

Σε κλίμα έντονων αντιδράσεων από επαγγελματικούς και συνδικαλιστικούς φορείς του πολιτισμού, διεξάγεται η συζήτηση του νέου πολυνομοσχεδίου που προωθεί το Υπουργείο Πολιτισμού. Το εν λόγω σχέδιο νόμου, έχει ως στόχο την επιβολή δομικών αλλαγών σε δύο καίριους τομείς: τη διαχείριση των αρχαιολογικών πόρων και το ρυθμιστικό πλαίσιο για τη χρηματοδότηση της οπτικοακουστικής παραγωγής στην Ελλάδα. Η εισαγωγή του νομοσχεδίου στη Βουλή προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις από τους συνδικαλιστικούς φορείς, οι οποίοι χαρακτηρίζουν τη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης ως «άκρως προσχηματική». Καταγγέλλουν, μάλιστα, ότι την ίδια ημέρα που ολοκληρώθηκε η διαβούλευση (20 Ιουλίου), το σχέδιο νόμου κατατέθηκε εσπευσμένα στη Βουλή, με σκοπό την έναρξη της συζήτησής του στις 23 Ιουλίου.

Τις απεργιακές κινητοποιήσεις που πραγματοποίησαν ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και οι εργαζόμενοι στον Οργανισμό Διαχείρισης Αρχαιολογικής Περιουσίας (ΟΔΑΠ) για θέματα διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, ακολούθησαν επίσημες παρεμβάσεις από την Ένωση Σκηνοθετών – Δημιουργών (ΕΣΔ) και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος-Ακροάματος (ΠΟΘΑ). Οι φορείς αυτοί ζητούν την απόσυρση των διατάξεων που αφορούν τον κινηματογράφο και τον ευρύτερο οπτικοακουστικό τομέα.

Πολιτιστική Κληρονομιά: Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και οι Επιπτώσεις στα Μνημεία

Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκεται η προτεινόμενη μεταβίβαση του ελέγχου των αρχαιολογικών πόρων από τον δημόσιο φορέα (ΟΔΑΠ) σε μια νέα, ιδρυόμενη Ανώνυμη Εταιρεία (Α.Ε.) με ελάχιστη διάρκεια λειτουργίας 50 ετών. Παράλληλα, προβλέπεται η ίδρυση Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) για τους Επισκέψιμους Ενάλιους Αρχαιολογικούς Χώρους. Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και οι εργαζόμενοι του ΟΔΑΠ εκφράζουν την έντονη αντίθεσή τους και στην ίδρυση του νέου ΝΠΔΔ για τις ενάλιες αρχαιότητες.

Με συνθήματα όπως «Εμπορία Πολιτισμού ΑΕ», «Το μεγάλο ξεπούλημα», και «Από την προστασία των μνημείων στη λεηλασία των εσόδων τους», τα σωματεία που ανήκουν στο Υπουργείο Πολιτισμού υποστηρίζουν ότι η υπαγωγή των αρχαιολογικών πόρων σε καθεστώς εταιρικής διακυβέρνησης, εκτός των παραδοσιακών μηχανισμών του δημοσίου λογιστικού, θα διευκολύνει την ιδιωτικοποίηση των σχετικών υπηρεσιών και θα αυξήσει τον κίνδυνο κακοδιαχείρισης. Επιπλέον, εκφράζουν ανησυχίες για πιθανή αύξηση του κόστους πρόσβασης των πολιτών στους αρχαιολογικούς χώρους, καθώς και για την εμπορική εκμετάλλευση των μνημείων μέσω ιδιωτικών εκδηλώσεων.

Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και τα συναρμόδια σωματεία του Υπουργείου επισημαίνουν μια σειρά από σοβαρές επιπτώσεις στην προστασία και τον εθνικό χαρακτήρα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ειδικότερα, όσον αφορά τις περιφέρειες αρμοδιότητας και τους τρίτους φορείς, τονίζεται ότι με τη σύσταση του νέου ΝΠΔΔ για την ενάλια πολιτιστική κληρονομιά, δίνεται η δυνατότητα μεταβίβασης αρμοδιοτήτων διαχείρισης, προστασίας και οργάνωσης επισκέψεων σε φορείς εκτός του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή ιδιωτικές εταιρείες, υποκαθιστώντας ουσιαστικά το έργο της Εφορείας Ενάλιων Αρχαιοτήτων. Παράλληλα, εντοπίζεται ένα σοβαρό θεσμικό έλλειμμα στο μεταβατικό καταστατικό, καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο της νέας Α.Ε. αποκτά τη δυνατότητα να διαμορφώσει μονομερώς το οριστικό καταστατικό της εταιρείας, σε θέματα όπως οι αρμοδιότητες, η διαχείριση εσόδων και οι αμοιβές. Επιπλέον, του παρέχεται η δυνατότητα να εισηγείται νομοθετικές διατάξεις.

Σχετικά με την αλλαγή του μοντέλου διαχείρισης, τονίζεται ότι η διαχείριση εκατομμυρίων ευρώ αφαιρείται από το δημόσιο λογιστικό και τους καθιερωμένους ελεγκτικούς μηχανισμούς του Κράτους, για να περάσει σε κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης. Επιπρόσθετα, προβλέπεται ότι ο δημόσιος ΟΔΑΠ θα καλύπτει υποχρεωτικά το 80% των λειτουργικών εξόδων της Α.Ε. κατά το πρώτο δίμηνο κάθε έτους, συμπεριλαμβανομένου του διαχειριστικού της κόστους. Μεγάλη είναι η ανησυχία και για ζητήματα εμπορευματοποίησης και προσβασιμότητας, με τους εκπροσώπους των αρχαιολόγων να εκφράζουν την αντίθεσή τους στη δυνατότητα παραχώρησης αρχαιολογικών χώρων για ιδιωτικές εκδηλώσεις, δεξιώσεις και πριβέ επισκέψεις.

Εκτιμούν, επίσης, ότι η εκχώρηση υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως τα αναψυκτήρια και οι ιματιοθήκες, σε ιδιώτες, καθώς και η αναπροσαρμογή της τιμολογιακής πολιτικής, ενδέχεται να αυξήσουν το κόστος επίσκεψης, περιορίζοντας έτσι την πρόσβαση του ευρέως κοινού. Οι φορείς υποστηρίζουν ότι το υφιστάμενο σύστημα, το οποίο ισχύει από το 1910 μέσω των Αρχαιολογικών Ταμείων, διασφαλίζει την ανταποδοτική επανεπένδυση των εσόδων αποκλειστικά στη συντήρηση και ανάδειξη των μνημείων, διατηρώντας τον χαρακτήρα του πολιτισμού ως δημόσιου αγαθού. Με το νέο σχέδιο νόμου, εκτιμούν ότι ακυρώνεται ο ρόλος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και του Υπουργείου Πολιτισμού, καθώς οι κρίσιμες αποφάσεις περνούν σε ένα Διοικητικό Συμβούλιο που δεν υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο.

Ο Οπτικοακουστικός Τομέας και ο Ρόλος του ΕΚΚΟΜΕΔ

Στον οπτικοακουστικό τομέα, το επίκεντρο της κριτικής από τους δημιουργούς και τους καλλιτέχνες αποτελεί το Μέρος Δ΄ του νομοσχεδίου, το οποίο ρυθμίζει τη λειτουργία του νέου ενιαίου φορέα ΕΚΚΟΜΕΔ, που προέκυψε από τη συγχώνευση του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και του ΕΚΟΜΕ. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ένωσης Σκηνοθετών Δημιουργών Οπτικοακουστικών και Παραστατικών Τεχνών (ΕΣΔ), το νέο πλαίσιο προκρίνει την εμπορική διάσταση του κινηματογράφου έναντι της καλλιτεχνικής. Η Ένωση επισημαίνει μια σαφή ανισομέρεια στη χρηματοδότηση, καθώς το συντριπτικό ποσοστό του προϋπολογισμού, ο οποίος αγγίζει τα 750 εκατομμύρια ευρώ, κατευθύνεται στο επενδυτικό εργαλείο επιστροφής δαπανών (cash rebate), αφήνοντας τα επιλεκτικά προγράμματα καλλιτεχνικού χαρακτήρα με σοβαρή υποχρηματοδότηση.

Εκφράζονται επίσης επιφυλάξεις για την υπερσυγκέντρωση ευρέων αρμοδιοτήτων στο πρόσωπο του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΕΚΚΟΜΕΔ, καθώς και για τη διεύρυνση των επιλέξιμων έργων (video games, ψηφιακές πλατφόρμες), η οποία εκτιμάται ότι θα απορροφήσει πόρους προοριζόμενους για την ελληνική κινηματογραφία. Ακόμη, οι σκηνοθέτες κάνουν λόγο για κίνδυνο λογοκρισίας, χαρακτηρίζοντας ως δυνητικό εργαλείο ελέγχου την πρόβλεψη για δυνατότητα ανάκλησης ήδη εγκεκριμένης χρηματοδότησης, επικαλούμενη «λόγους δημοσίου συμφέροντος», χωρίς όμως σαφή νομικό ορισμό και χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης.

Βάσει αυτών, η ΕΣΔ ζητά τη θεσμοθέτηση ελάχιστης χρηματοδότησης 16 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως για τα επιλεκτικά προγράμματα, καθώς και την υποχρεωτική εισφορά 2-5% επί των εγχώριων εσόδων των πλατφορμών streaming υπέρ της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής. Από την πλευρά της, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος-Ακροάματος (ΠΟΘΑ) συντάσσεται με το αίτημα απόσυρσης του νομοσχεδίου, εστιάζοντας επιπλέον στα εργασιακά ζητήματα που ανακύπτουν στον κλάδο.

Ως προς τις εργασιακές σχέσεις, η ΠΟΘΑ ζητά η κρατική χρηματοδότηση (cash rebate) να συνδέεται ρητά με την τήρηση της εργασιακής νομοθεσίας, υπογραμμίζοντας την απουσία ρήτρας ανάκλησης σε περιπτώσεις παραβιάσεων των ωραρίων εργασίας στα γυρίσματα. Όσον αφορά τις ξένες παραγωγές, σημειώνει ότι τα κρατικά κίνητρα προσέλκυσης δεν συνοδεύονται από υποχρέωση συνεργασίας με εγχώριους επαγγελματίες, περιορίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην Ελλάδα. Τέλος, θέτει σοβαρά ζητήματα σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα και το Μητρώο, ζητώντας την απόσυρση των διατάξεων που αφορούν την εύλογη αμοιβή, τη διανομή δικαιωμάτων της πρώην ΑΕΠΙ, καθώς και τη λειτουργία του Μητρώου Απασχολούμενων στον Πολιτισμό.