23/02/2026

Το Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα: Το Στρατηγικό Δίλημμα της Ελλάδας σε Ένα Μεταβαλλόμενο Διεθνές Σύστημα

Η πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης για τη Γάζα, που  προωθήθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία διεθνή διάσκεψη. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια πρωτοβουλία που αντικατοπτρίζει τη μετάβαση του διεθνούς συστήματος από την κλασική πολυμερή τάξη σε ένα πιο ρευστό περιβάλλον, όπου η ισχύς, οι ad hoc συμμαχίες και οι πολιτικοοικονομικές

Το Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα: Το Στρατηγικό Δίλημμα της Ελλάδας σε Ένα Μεταβαλλόμενο Διεθνές Σύστημα

Η εναρκτήρια συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης για τη Γάζα, πρωτοβουλία που προωθείται από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, υπερβαίνει την έννοια μιας απλής διεθνούς διάσκεψης. Αντιπροσωπεύει ουσιαστικά μια μετάβαση του διεθνούς συστήματος, από την παραδοσιακή πολυμερή τάξη σε ένα πιο ρευστό περιβάλλον. Σε αυτό το νέο σκηνικό, η ισχύς, οι ad hoc συμμαχίες και οι πολιτικοοικονομικές πρωτοβουλίες συχνά προηγούνται των καθιερωμένων θεσμών. Αυτό εγείρει ένα κεντρικό ζήτημα στρατηγικής κατεύθυνσης για πολλές χώρες, οι οποίες καλούνται να τοποθετηθούν απέναντι σε νέες μορφές διεθνών πρωτοβουλιών που αναδύονται εκτός των κλασικών δομών της πολυμερούς διπλωματίας.

Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτό το στρατηγικό δίλημμα. Η εξωτερική της πολιτική, διαχρονικά, θεμελιώνεται στην προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και στους διεθνείς οργανισμούς. Η ελληνική διπλωματία έχει επενδύσει στην εδραίωση της νομιμοποίησης των διεθνών θεσμών, με πρωταρχικό ρόλο τον ΟΗΕ και το διεθνές δίκαιο ως πυλώνες σταθερότητας. Αυτή η προσέγγιση δεν αποτελεί απλώς μια αξιακή επιλογή, αλλά και στρατηγική αναγκαιότητα, ειδικά δεδομένου ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει αναθεωρητικές πιέσεις από την Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συνεπώς, για την Ελλάδα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο η συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα, αλλά κυρίως ο τρόπος συμμετοχής, ώστε να μην απομακρυνθεί από τις θεμελιώδεις αρχές της εξωτερικής της πολιτικής.


ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

  • Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 12 Φεβρουαρίου
  • Το Ισραήλ εντάσσεται στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ για τη Γάζα
  • ΔΕΔΔΗΕ: Διακοπές ρεύματος σήμερα (12/2) στην Αθήνα και σε άλλες 13 περιοχές της Αττικής
  • Οι πολιτικές εφημερίδες 12/2/2026

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα στη ροή ειδήσεων του webreporter


Το δίλημμα αυτό εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μετασχηματισμού του διεθνούς συστήματος. Οι πρωτοβουλίες για την επίλυση διεθνών κρίσεων δεν διεξάγονται πλέον πάντοτε εντός των παραδοσιακών θεσμικών πλαισίων. Αντιθέτως, οι μεγάλες δυνάμεις προωθούν όλο και συχνότερα νέα σχήματα συντονισμού και διαχείρισης κρίσεων, τα οποία λειτουργούν παράλληλα, και ορισμένες φορές ανταγωνιστικά, προς τους υφιστάμενους διεθνείς οργανισμούς.

Η πρωτοβουλία του Προέδρου Τραμπ για το Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα αποτυπώνει αυτή τη λογική. Αποτελεί μια πολιτική διαδικασία που φιλοδοξεί να ασκήσει σημαντική πολιτική επιρροή στη διεθνή σκηνή, να κινητοποιήσει κεφάλαια, στρατιωτικές αποστολές σταθεροποίησης και διπλωματικές πρωτοβουλίες για την εξομάλυνση μιας κρίσιμης περιοχής για την παγκόσμια ασφάλεια, ωστόσο, χωρίς σαφή σύνδεση με το υπάρχον διεθνές σύστημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης και του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για συμμετοχή της Ελλάδας ως παρατηρητής στο Συμβούλιο Ειρήνης δεν είναι μια απλή διπλωματική επιλογή. Είναι μια στοχευμένη στρατηγική κίνηση ισορροπίας, η οποία επιδιώκει να συνδυάσει δύο κρίσιμους στόχους:

  • Τη μη απουσία της Ελλάδας από μια διαδικασία που ενδέχεται να επηρεάσει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και να περιορίσει τον ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή, όπου τα συμφέροντά της είναι άμεσα και σημαντικά.
  • Την αποφυγή της πλήρους πολιτικής νομιμοποίησης ενός νέου μηχανισμού που ενδέχεται να λειτουργήσει παράλληλα ή και ανταγωνιστικά προς τις δομές του ΟΗΕ.

Αυτή η στάση συνδέεται άμεσα με τρεις βασικούς παράγοντες: την ενεργειακή ασφάλεια, τη γεωπολιτική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου και το σύστημα συμμαχιών που έχει οικοδομήσει η Αθήνα τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, διατηρεί στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα κράτη της περιοχής, προβάλλοντας ως δύναμη σταθερότητας, ιδίως σε αντιδιαστολή με την αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση συμμετοχής σε μια τόσο σημαντική διεθνή πρωτοβουλία κρίνεται σωστή.

Αντιθέτως, η απουσία της θα αποτελούσε στρατηγικό λάθος, μειώνοντας την επιρροή της χώρας στη Μέση Ανατολή και στέλνοντας μήνυμα παθητικότητας στους εταίρους της. Σε μια περίοδο όπου το διεθνές σύστημα μεταβαίνει από τη θεσμική σταθερότητα σε μια πιο ανταγωνιστική γεωπολιτική πραγματικότητα, η αποχή από τέτοιες πρωτοβουλίες ισοδυναμεί συχνά με απώλεια επιρροής. Συνεπώς, η στρατηγική παρουσία, ακόμη και με περιορισμένο ρόλο, επιτρέπει στην Ελλάδα να παρακολουθεί, να επηρεάζει και να προσαρμόζει την πολιτική της εγκαίρως.

Ωστόσο, η ελληνική συμμετοχή δεν πρέπει να είναι απλώς τυπική ή παθητική. Πρέπει να λειτουργήσει ως εργαλείο ενεργούς διπλωματίας, μέσα από τέσσερις βασικούς άξονες:

  • Στρατηγική θέση παρατηρητή αλλά με επιρροή: Η Ελλάδα μπορεί να παρεμβαίνει όταν θίγονται τα γεωπολιτικά της συμφέροντα. Αυτό επιτρέπει στην Αθήνα να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, να συμβάλλει σε συζητήσεις για τη σταθεροποίηση της Γάζας και να δημιουργεί διαύλους διαλόγου με άλλες χώρες στρατηγικού ενδιαφέροντος, χωρίς να δεσμεύεται πλήρως σε έναν μηχανισμό με ασαφή θεσμική βάση.
  • Σύνδεση με τις συμμαχίες και την ισχύ: Η συμμετοχή ενισχύει τη στρατηγική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, αξιοποιώντας τη θέση της Ελλάδας στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, προβάλλοντας την εικόνα μιας χώρας που συνδυάζει θεσμική αξιοπιστία με πρακτική επιρροή στις περιφερειακές εξελίξεις.
  • Ισορροπία αρχών και ρεαλισμού: Η Ελλάδα υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο, αλλά αναγνωρίζει την αναγκαιότητα ρεαλιστικής διαχείρισης των γεωπολιτικών κινδύνων. Αυτή η ισορροπία ενισχύει τον ρόλο της ως παράγοντα σταθερότητας, αποτρέποντας κινδύνους που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τα συμφέροντά της.
  • Προβολή εθνικής στρατηγικής αυτονομίας: Η συμμετοχή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ειρήνης μπορεί να συνδεθεί με ευρύτερες εθνικές πρωτοβουλίες, όπως η ενίσχυση της ενεργειακής της παρουσίας και η ανάδειξή της σε κόμβο σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή γεωπολιτική επανέρχεται δυναμικά στην περιοχή και νέες συνεργασίες αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες ισχύος.

Παράλληλα, η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί με προσοχή. Η πλήρης ταύτιση με μια πρωτοβουλία με ασαφή θεσμική βάση θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Η στάση της Ε.Ε. να συμμετάσχει επίσης ως παρατηρητής, αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη λογική: διατήρηση επιρροής χωρίς πλήρη θεσμική δέσμευση. Πρόκειται για ένα μοντέλο που επιτρέπει στα κράτη να διατηρούν επιρροή στις εξελίξεις, χωρίς να αποδέχονται πλήρως τη νέα αρχιτεκτονική που επιχειρείται να διαμορφωθεί.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα θα πρέπει να προβεί σε προσεκτική αξιολόγηση των πιθανών κινδύνων, δεδομένου ότι η Μέση Ανατολή παραμένει μια εξαιρετικά σύνθετη και εύθραυστη περιοχή, και οι στρατιωτικές ή ειρηνευτικές αποστολές συχνά εμπλέκονται σε πολυεπίπεδες συγκρούσεις και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.

Στην πραγματικότητα, το Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα λειτουργεί ως ένα τεστ για τη νέα διεθνή πραγματικότητα, όπου η ισχύς, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και οι περιφερειακές πρωτοβουλίες αποκτούν αυξανόμενη σημασία. Στο πλαίσιο αυτό, οι μεγάλες δυνάμεις επιχειρούν να διαμορφώσουν νέα εργαλεία επιρροής, ενώ τα κράτη μεσαίου μεγέθους καλούνται να προσαρμοστούν χωρίς να χάσουν τη στρατηγική τους αυτονομία.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει αν θα παραμείνει απλός παρατηρητής ή αν θα αξιοποιήσει τις ευκαιρίες για ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση της επόμενης διεθνούς τάξης.

Για την Ελλάδα, λοιπόν, το στρατηγικό δίλημμα της εξωτερικής της πολιτικής δεν είναι απλώς η παρουσία ή η απουσία από μια τέτοια διεθνή πρωτοβουλία. Είναι η εύρεση ενός πολιτικού μίγματος που θα επιτρέψει στη χώρα να διατηρήσει τον θεσμικό της προσανατολισμό, να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που προσφέρουν νέες διπλωματικές πρωτοβουλίες, και ταυτόχρονα, να προστατεύσει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Η ισορροπία ανάμεσα στις αρχές του διεθνούς δικαίου και τον ρεαλισμό αποτελεί πάντα δύσκολη άσκηση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης.

Τελικά, το πραγματικό διακύβευμα για χώρες μεσαίου μεγέθους, όπως η Ελλάδα, είναι η ικανότητά τους να κινηθούν αποτελεσματικά σε έναν κόσμο όπου οι διεθνείς θεσμοί αμφισβητούνται, οι μεγάλες δυνάμεις προωθούν νέες μορφές συνεργασίας και οι περιφερειακές κρίσεις αποκτούν παγκόσμια σημασία. Η απάντηση βρίσκεται σε μια στρατηγική που συνδυάζει αρχές, ισχύ, διπλωματική ευελιξία και καθαρή αντίληψη των γεωπολιτικών εξελίξεων. Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό νόημα του διλήμματος που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα: όχι αν θα συμμετάσχει σε μια πρωτοβουλία, αλλά πώς θα διαμορφώσει τον ρόλο της σε μια νέα διεθνή πραγματικότητα που ήδη διαμορφώνεται μπροστά της.

Εν κατακλείδι, η Ελλάδα θα πρέπει να δει την πρόσκληση του Αμερικανού Προέδρου Τραμπ για συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα – ειδικά τώρα που ο Πρόεδρος Τραμπ επισημαίνει ότι οι δεσμοί Ελλάδας – ΗΠΑ είναι ισχυρότεροι από ποτέ – ως ευκαιρία ενεργούς διπλωματίας και διεθνούς προβολής, και όχι ως υποχρέωση υποχωρητικότητας και δέσμευσης. Η συμμετοχή σε τέτοιες πρωτοβουλίες προσφέρει τη δυνατότητα να ενισχυθεί ο ρόλος της χώρας ως παράγοντας σταθερότητας, να αναδειχθεί η προσήλωσή της στο διεθνές δίκαιο και να δημιουργηθούν δίαυλοι διαλόγου που μπορούν να συμβάλουν σε ειρηνευτικές διαδικασίες, πάντα σε συνδυασμό με σαφή στρατηγική αποτροπής και εθνικής ασφάλειας. Υπό το πρίσμα αυτό, η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να αποφασίσει αν θα συμμετάσχει στη διαμόρφωση του μέλλοντος ή θα αφήσει τους άλλους να το καθορίσουν γι’ αυτήν.

*Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος