Νόμος Κατσέλη: Οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων, δημοσιεύθηκε το πλήρες κείμενο
Δημοσιεύθηκε σήμερα το μεσημέρι το πλήρες κείμενο της υπ. αριθμ. 6/2026 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία με ισχυρή πλειοψηφία δικαίωσε τους δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Η πλήρης Ολομέλεια αποφάσισε με πλειοψηφία 35 υπέρ και 12 κατά ότι ο υπολογισμός των τόκων των
Είναι πλέον διαθέσιμο το πλήρες κείμενο της υπ. αριθμ. 6/2026 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία με μεγάλη πλειοψηφία έκρινε υπέρ των δανειοληπτών που εντάχθηκαν στον νόμο Κατσέλη, ορίζοντας τον τρόπο υπολογισμού των τόκων.
Η Ολομέλεια, με ψήφους 35 υπέρ και 12 κατά, αποφάσισε ότι ο υπολογισμός των τόκων για αυτούς τους δανειολήπτες πρέπει να γίνεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού ποσού του δανείου.
Η υπόθεση είχε συζητηθεί στις 27 Φεβρουαρίου 2025, ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την τότε ηγεσία του Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου, υπό την πρόεδρο Ιωάννα Κλάπα και την εισαγγελέα Γεωργία Αδειλίνη. Στο επίκεντρο βρισκόταν ένα προδικαστικό ερώτημα από το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, σχετικά με την ασάφεια που προέκυπτε από αντικρουόμενες δικαστικές αποφάσεις ως προς τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στις τοκοχρεολυτικές δόσεις δανείων που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη και έχουν ρυθμιστεί από τα Ειρηνοδικεία.
Το σκεπτικό της πλειοψηφίας
Η νομική αιτιολόγηση της πλειοψηφίας εστιάζει στην κοινωνική διάσταση του νόμου Κατσέλη. Όπως τονίζεται στην απόφαση: «Η υπερχρέωση αναδεικνύεται σε ένα από τα κρίσιμα κοινωνικά προβλήματα, δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος των πολιτών έχει οδηγηθεί στην περιθωριοποίηση, καθώς, μη διαθέτοντας σοβαρή αγοραστική δύναμη και δυνατότητα απεγκλωβισμού από την υπερχρέωση δεν είναι σε θέση να σχεδιάσει τη συμμετοχή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Με τον ν. 3869/2010 δόθηκε ακριβώς η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους ώστε να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με βάση το εισόδημά τους, ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας επίσης πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία».
Οι δικαστές της πλειοψηφίας συνέδεσαν τη ρύθμιση με τις συνταγματικές επιταγές, τονίζοντας: «Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3869/2010 η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μια, χωρίς διέξοδο και προοπτική, κατάσταση από την οποία άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κέρδος. Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά, μέσω των εν λόγω διαδικασιών, την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο (άρθρ. 2 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 25 παρ. 1α του Συντάγματος)».
Εμβαθύνοντας στην ουσία, η απόφαση επισημαίνει ότι οι αποφάσεις του νόμου 3869/2010 αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο δημόσιας τάξης, το οποίο υπερισχύει της ιδιωτικής βούλησης και διαφέρει από τις συμβατικές πρακτικές των τραπεζών: «Υπό το πρίσμα αυτό, οι διατάξεις του συνιστούν ειδικό δίκαιο της εκκαθάρισης των οφειλών του ιδιώτη, το οποίο συντελεί από οικονομική άποψη στην (οιονεί κοινωνική) “ασφάλιση” των φυσικών προσώπων που έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και, ως εκ τούτου, συνιστούν αναγκαστικό δίκαιο, αφού η φύση διατάξεων ως δημόσιας τάξης ή αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 3 του ΑΚ) συνάγεται εκτός άλλων και από το γενικότερο σκοπό ή συμφέρον το οποίο υπηρετεί».
Σχετικά με τη δικαστική κρίση, αναφέρεται: «Το δικαστήριο, δηλαδή, καθορίζει το σύνολο των όρων αποπληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μηνιαίας δόσης, η οποία αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, την οροφή και όχι τη βάση υπολογισμού. Η ρητή αναφορά του ύψους της μηνιαίας δόσης στη δικαστική απόφαση, όπως ρητά ορίστηκε με την τροποποίηση του άρθρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 από τον ν. 4549/2018, κατά παρέκκλιση από τους τραπεζικούς κανόνες, υποδηλώνει την πρόθεση του νομοθέτη να αποστεί από τη συμβατική ρύθμιση της έννομης σχέσης βάσει των γενικών κανόνων της τραπεζικής πρακτικής».
Η πλειοψηφία του Αρείου Πάγου άσκησε αυστηρή κριτική στην προηγούμενη ερμηνεία των τραπεζών και των funds: «Η αντίθετη ερμηνεία, δηλαδή ο υπολογισμός του επιτοκίου επί του συνολικού κεφαλαίου οφειλής, που ορίστηκε στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, εν είδει νέου προϊόντος δανείου με πιστούχο τον οφειλέτη, ενδεχομένως αναμενόμενος με βάση την τραπεζική πρακτική, δεδομένου ότι επιτρέπει μέσω αυτού του υπολογισμού την αποκόμιση κέρδους για τον πιστωτή, θα οδηγούσε εν προκειμένω στον εκ νέου εγκλωβισμό του δανειολήπτη σε υπέρογκες δόσεις, υπερβαίνουσες τις οικονομικές του δυνατότητες, καταστρατηγώντας έτσι το πνεύμα και το σκοπό του νόμου. Διαφορετική δηλαδή αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010».
Επιπλέον, το δικαστήριο θεμελίωσε τη λύση αυτή με νομικά επιχειρήματα σχετικά με τη διάσπαση του οφειλόμενου ποσού: «Όταν το δικαστήριο επεμβαίνει δικαιοπλαστικά και καθορίζει τον αριθμό των δόσεων και το χρόνο καταβολής τους διασπά το κεφάλαιο σε περισσότερα επιμέρους κεφάλαια στα οποία θα πρέπει να υπολογιστεί ο τόκος με βάση την αρχή του παρεπόμενου (παρεπόμενη απαίτηση), δηλαδή δεν μπορεί ο τόκος να υπολογίζεται επί της συνολικής οφειλής, όταν αυτή πλέον έχει επιμεριστεί σε περιοδικά καταβαλλόμενες οφειλές».
Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός των πιστωτών ότι πλήττεται το δικαίωμά τους στην περιουσία: «Η ερμηνεία βάσει της οποίας ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής ουδόλως αντιστρατεύεται τη προστασία του δικαιώματος των πιστωτών (τραπεζικών εταιριών) στη περιουσία τους, στην ειδικότερη έκφανσή του για λήψη του νόμιμου τόκου χρηματικών απαιτήσεών τους που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση. Διότι δεν καταργεί την νόμιμη αξίωση καταβολής τόκου, καθιστώντας τις ενταγμένες στον ν. 3869/2010 οφειλές άτοκες, ούτε καν μεταβάλλει το ποσοστό του επιτοκίου, αλλά, αντίθετως, προσδιορίζει την ορθή βάση του υπολογισμού της οφειλής του τόκου».
Σύνθεση της Ολομέλειας
Η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη, καθώς υπήρξαν τρεις διαφορετικές απόψεις. Η πλειοψηφία, που ξεπέρασε τα 29 μέλη που απαιτούνταν για την απαρτία, τάχθηκε υπέρ της εισήγησης του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, κρίνοντας το ερώτημα παραδεκτό και δικαιώνοντας τη δανειολήπτρια. Σε αυτή την πλειοψηφία περιλαμβάνονται οι Αντιπρόεδροι Ασημίνα Υφαντή, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αριστείδης Βαγγελάτος, Μαρία Κουφούδη, καθώς και οι Αρεοπαγίτες Χρήστος Κατσιάνης, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Κωστούλα Πρίγγουρη, Στέφανος Σπυρίδων Πανταζόπουλος, Παναγιώτης Βενιζελέας, Ελένη Χροναίου, Κλεόβουλος Δημήτριος Κοκκορός, Γεώργιος Σχοινοχωρίτης, Σταύρος Μάλαινος, Χρυσούλα Πλατιά, Βαρβάρα Πάπαρη, Φώτιος Μουζάκης, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία – Μαρίον Δερεχάνη, Ευαγγελία Γιακουμάτου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Απόστολος Φωτόπουλος, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Βάϊα Ζαρχανή, Ηλίας Γιαρένης, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Ιωάννης Αποστολόπουλος, Αικατερίνη Πατσιαρά, Παρασκευή Γρίβα, Γεώργιος Μικρούδης, Ευαγγελία Γίτση, Αθανάσιος Νικόπουλος, Ελένη Παναγιώτα Λεβεντέλη, Μαρία Τατσέλου, Ειρήνη Νικολάου, Παναγιώτης Μπολτέτσο, Ιωάννα Στρατσιάνη, Χριστίνα Τζίμα, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου.
Η πρώτη μειοψηφία, αποτελούμενη από τους Αντιπροέδρους Αικατερίνη Χονδρορίζου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, καθώς και τις Αρεοπαγίτες Νίκη Κατσιαούνη και Άλκηστη Σιάννου, έκρινε ότι το ερώτημα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτο για τυπικούς δικονομικούς λόγους, δεδομένης της ημερομηνίας κατάθεσης της αρχικής αίτησης (2011) πριν από τη θεσμοθέτηση της πιλοτικής δίκης.
Η δεύτερη και ευρύτερη μειοψηφία, στην οποία συμμετείχαν οι Αντιπρόεδροι Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αικατερίνη Χονδρορίζου, Παναγιώτης Λυμπερόπουλος και Μιχαήλ Αποστολάκης, μαζί με τους Αρεοπαγίτες Αγαθή Δερέ, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα, Παναγιώτη Φιλόπουλο, Άλκηστη Σιάννου και Βασιλική Μουγιάντση, τάχθηκε κατά της ανάγκης ερμηνείας, θεωρώντας το διατακτικό σαφές και τον εκτοκισμό επί του συνολικού κεφαλαίου ως γενικό κανόνα του δικαίου. Οι Αρεοπαγίτες Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Πετσάλη ανέφεραν επιπλέον ότι η αρχική απόφαση καθορίζει με σαφήνεια το ύψος της δόσης, το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού, εξαλείφοντας οποιαδήποτε ασάφεια.
Πώς υπολογίζεται ο τόκος: Διάκριση ανάλογα με το επιτόκιο
Η πλειοψηφία του Αρείου Πάγου προχώρησε σε σαφή μαθηματικό και νομικό διαχωρισμό του τρόπου υπολογισμού, ανάλογα με το είδος του επιτοκίου που είχε οριστεί στη δικαστική απόφαση ρύθμισης.
Για τις περιπτώσεις κυμαινόμενου επιτοκίου (μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με βάση τις Πράξεις Κύριας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ), ο υπολογισμός του τόκου πρέπει να γίνεται «διακριτά για τον κάθε μήνα καταβολής της κάθε δόσης». Ο υπολογισμός αυτός θα βασίζεται στο μαθηματικό ποσοστό που προκύπτει από τα περιοδικά στατιστικά δελτία της Τράπεζας της Ελλάδος, τα οποία ορίζουν την έναρξη της χρονικής περιόδου μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου.
Αντίθετα, στην περίπτωση σταθερού επιτοκίου (που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για αντίστοιχη περίοδο), ο Άρειος Πάγος διευκρίνισε ότι ο υπολογισμός του τόκου δεν απαιτεί μηνιαίες αναπροσαρμογές, αλλά «θα γίνει εξαρχής επί της καθορισθείσας μηνιαίας δόσης για όλο τον χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης έως τη λήξη της».
Δείτε την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ΕΔΩ.
