10/09/2026

Το Επάγγελμα του Εκπαιδευτικού σε Δυσχερή Θέση: Άνοδος Αναπληρωτών, Πτώση Μισθών

Εκπαιδευτικοί σε κρίση: Περισσότεροι αναπληρωτές, χαμηλότεροι μισθοί

Μια θεμελιώδης αλλαγή στον τρόπο άσκησης του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, που εστιάζει στα λειτουργικά κενά, τους διορισμούς και την αυξανόμενη παρουσία αναπληρωτών, προκύπτει από τη νέα μελέτη του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ. Η έρευνα, με τίτλο «Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα: Στελέχωση, ποιότητα της εργασίας, ελκυστικότητα», παρουσιάστηκε σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ και η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος (ΟΙΕΛΕ).

«Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν επαρκούν οι εκπαιδευτικοί. Αφορά πρωτίστως τους όρους εργασίας τους, τη σταθερότητα της θέσης τους, τις αποδοχές, τον πραγματικό χρόνο απασχόλησης, την υποστήριξη που λαμβάνουν και τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης», τόνισε ο Χρήστος Γούλας, Γενικός Διευθυντής του ΙΝΕ & ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ. Επισήμανε ότι η πρώτη σημαντική διαπίστωση της μελέτης σχετίζεται με τη στελέχωση της δημόσιας εκπαίδευσης, όπου η αναπληρωματική διδασκαλία έχει πλέον αναδειχθεί σε κυρίαρχο μοντέλο πρόσληψης σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες τις τελευταίες δεκαετίες.

Η Μόνιμη Προσωρινότητα στην Εκπαίδευση

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Νίκος Φωτόπουλος, επιστημονικός διευθυντής του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, στα νηπιαγωγεία οι αναπληρωτές αποτελούν το 33,1% του συνόλου του προσωπικού. Στα δημοτικά σχολεία το ποσοστό ανέρχεται στο 25,6%, στην επαγγελματική εκπαίδευση στο 24,2%, στα γυμνάσια στο 21,2% και στα γενικά λύκεια στο 14,3%. Ο κ. Φωτόπουλος υπογράμμισε την ανάγκη για αναστοχασμό σχετικά με το είδος του εκπαιδευτικού που χρειαζόμαστε στον 21ο αιώνα.

«Αυτή η τάση δεν είναι συγκυριακή. Στα γυμνάσια, μεταξύ 2015 και 2024, παρατηρήθηκε μείωση των μόνιμων εκπαιδευτικών κατά 13%, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν εκρηκτικά κατά 403,3%. Αντίστοιχες μεταβολές καταγράφονται και στα γενικά λύκεια, καθώς και στην επαγγελματική εκπαίδευση», ανέφερε ο κ. Γούλας. Πρόσθεσε ότι «δεν πρόκειται πλέον απλώς για έναν μηχανισμό κάλυψης έκτακτων αναγκών», αφού «σημαντικό μέρος των σταθερών λειτουργικών αναγκών των σχολείων καλύπτεται από προσωπικό προσωρινής απασχόλησης». Αυτό, όπως εξήγησε, «μεταβάλλει την ίδια την εμπειρία του επαγγέλματος». Σημείωσε επίσης ότι στον ιδιωτικό τομέα, η μερική απασχόληση ανέρχεται στο 60,9% στην κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Γυμνάσιο) και στο 45,3% στην ανώτερη δευτεροβάθμια (Λύκειο).

Το δεύτερο βασικό εύρημα της μελέτης αφορά τις αποδοχές των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα, οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των μέσων όρων της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα, στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι αποδοχές αντιστοιχούν περίπου στο 69% αυτών άλλων εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ στη δευτεροβάθμια ανέρχονται περίπου στο 72%. Η εικόνα είναι ακόμη πιο δυσμενής για τους εκπαιδευτικούς στην αρχή της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας.

«Η Ελλάδα παρουσιάζει χαμηλό σημείο εκκίνησης, σε συνδυασμό με πραγματική υποχώρηση των αποδοχών. Αυτό δεν είναι ένα απλό ζήτημα μισθών, αλλά αφορά την ευρύτερη κοινωνική και επαγγελματική αναγνώριση των εκπαιδευτικών», επεσήμανε ο κ. Γούλας. Εξήγησε ότι «ένα επάγγελμα που απαιτεί πανεπιστημιακές σπουδές, συνεχή κατάρτιση, υψηλό αίσθημα ευθύνης και καθημερινή διαχείριση σύνθετων παιδαγωγικών και κοινωνικών ζητημάτων, δεν μπορεί να παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα τόσο χαμηλά στην οικονομική ιεράρχηση των επαγγελμάτων χωρίς αρνητικές συνέπειες στην ελκυστικότητά του».

Το τρίτο σημαντικό στοιχείο που αναδεικνύεται αφορά τον χρόνο και την ένταση της εργασίας. Στην ιδιωτική εκπαίδευση, το 57,9% των εργαζομένων αναφέρει ότι αντιμετωπίζει τακτικά ή συχνά πίεση χρόνου ή μεγάλο φόρτο εργασίας. Επιπλέον, το 48,7% των εκπαιδευτικών στον ιδιωτικό τομέα που έχουν εκτεθεί σε επιβαρυντικούς παράγοντες, αναφέρει εμφάνιση ή επιδείνωση άγχους που συνδέει με την εργασία, ενώ το 39,7% αναφέρει πονοκεφάλους ή κόπωση των ματιών. «Η εργασιακή επιβάρυνση στον συγκεκριμένο κλάδο έχει έντονο ψυχοκοινωνικό και γνωστικό χαρακτήρα. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο: η επαγγελματική εξουθένωση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ατομική αδυναμία ή ως πρόβλημα ανθεκτικότητας του εργαζομένου», υπογράμμισε ο κ. Γούλας.

«Καμπανάκι» για την Ελκυστικότητα του Επαγγέλματος

Ένα από τα κύρια σημεία προβληματισμού που προκύπτουν από τα ευρήματα της μελέτης αφορά την ελκυστικότητα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, σε συνδυασμό και με το δημογραφικό.

Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μόνο το 1,4% των εκπαιδευτικών στην κατώτερη βαθμίδα και το 1,6% στην ανώτερη είναι κάτω των 30 ετών. Αντίθετα, το 57,8% και το 58,3% αντίστοιχα είναι 50 ετών και άνω. Παράλληλα, παρατηρούνται ενδείξεις μείωσης της ελκυστικότητας ορισμένων πανεπιστημιακών κατευθύνσεων που οδηγούν στο εκπαιδευτικό επάγγελμα. Τα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο ΠΕ02 (φιλόλογοι) παρουσιάζουν σημαντική πτώση στις βάσεις εισαγωγής, ενώ το 2026 καταγράφηκαν 1.243 κενές θέσεις. Στα τμήματα Μαθηματικών, καλύφθηκε μόλις το 44,5% των προσφερόμενων θέσεων. «Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι εκπαιδευτικοί θα χρειαστούν την επόμενη δεκαετία. Είναι και τι είδους επάγγελμα, ποιες επαγγελματικές προοπτικές θα τους προσφερθούν», σχολίασε ο κ. Γούλας.

Ο πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ, Γιώργος Χριστόπουλος, εστίασε στην τάση των νέων αποφοίτων καθηγητικών σχολών να απομακρύνονται από το επάγγελμα, αναζητώντας καλύτερες αμοιβές στην ελεύθερη αγορά. Εξέφρασε την ανησυχία ότι σε βάθος πενταετίας, αναμένεται να εμφανιστούν σημαντικές ελλείψεις σε δασκάλους, πληροφορικούς, χημικούς, βιολόγους και τεχνολόγους, τόσο σε ιδιωτικά όσο και σε δημόσια σχολεία.