21/09/2026

Ενεργειακό Σοκ: Οι Υψηλές Τιμές Καυσίμων Ήρθαν για να Μείνουν – Τι Προβλέπουν Οικονομολόγοι και Φορείς της Αγοράς

Ενεργειακό σοκ: Ήρθαν για να μείνουν οι υψηλές τιμές στα καύσιμα -Τι προβλέπουν οικονομολόγοι και φορείς της αγοράς - enikonomia.gr

Οι προβλέψεις για την πορεία των τιμών στα καύσιμα τους επόμενους μήνες αναθεωρούνται επί τα χείρω, σύμφωνα με δηλώσεις επιφανών οικονομολόγων στη Realnews. Παράλληλα, εκπρόσωποι παραγωγικών φορέων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος απειλεί τη βιωσιμότητα πολλών επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων. Οι οικονομολόγοι κάνουν λόγο για «ενεργειακή κρίση διαρκείας» που πλήττει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Επιμέλεια: Δημήτρης Χριστούλιας

Την ίδια στιγμή, πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας διαβεβαιώνουν ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα με τα αποθέματα καυσίμων, έχοντας εξασφαλιστεί η απαιτούμενη επάρκεια για τους επόμενους μήνες.

Με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή να κλιμακώνεται και τον πόλεμο στην Ουκρανία να συνεχίζεται, η ενεργειακή κρίση λαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, με την τιμή του πετρελαίου Brent και του φυσικού αερίου να διατηρούνται σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Δυσοίωνες Προβλέψεις

Οι προοπτικές για την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης είναι δυσοίωνες. Σημαντικές ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή έχουν πληγεί, ενώ τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν αποκλεισμένα, δυσχεραίνοντας σημαντικά την τροφοδοσία των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αγωγός East-West, μέσω του οποίου διακινούνταν καθημερινά 7 εκατομμύρια βαρέλια, βρίσκεται εκτός λειτουργίας. Πρόκειται για την κύρια ενεργειακή αρτηρία μεταφοράς πετρελαίου που παρέκαμπτε τα Στενά του Ορμούζ.

Την ίδια στιγμή, η Saudi Aramco, η κρατική πετρελαϊκή και ενεργειακή εταιρεία της Σαουδικής Αραβίας, ακυρώνει ή μεταθέτει παραδόσεις αργού πετρελαίου προς ευρωπαϊκά διυλιστήρια. Με αυτά τα δεδομένα, και καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης, οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, με την τιμή του πετρελαίου Brent να προσεγγίζει τις προηγούμενες ημέρες ακόμη και τα 110 δολάρια το βαρέλι.

Η άνοδος του πετρελαίου Brent αποτυπώνεται άμεσα στις τιμές τόσο της αμόλυβδης βενζίνης όσο και του πετρελαίου κίνησης.

Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης βενζίνης έχει φτάσει περίπου τα 2,17 ευρώ ανά λίτρο, τιμή που θα ξεπερνούσε τα 2,27 ευρώ το λίτρο αν δεν υπήρχε η επιδότηση των 10 λεπτών ανά λίτρο από τα διυλιστήρια.

Στα 2,15 ευρώ ανά λίτρο κυμαίνεται η μέση πανελλαδική τιμή για το πετρέλαιο κίνησης, ενώ χωρίς την επιδότηση θα έφτανε τα 2,30 ευρώ ανά λίτρο.

Εκτός ελέγχου βρίσκεται και η τιμή στο φυσικό αέριο, η οποία την προηγούμενη εβδομάδα ξεπέρασε τα 80 ευρώ τη μεγαβατώρα, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 50 ευρώ τη μεγαβατώρα από τις αρχές Μαΐου, όταν και ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση καταστρώνει σενάρια για τη λήψη μέτρων, ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις.

Οικονομολόγοι και φορείς της αγοράς, μιλώντας στη Realnews, προβλέπουν ότι η ενεργειακή κρίση δύσκολα θα αποκλιμακωθεί τους επόμενους μήνες, ακόμη και αν σήμερα τερματιζόταν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.

Για Πολλούς Μήνες

Μιλώντας στην Realnews, ο Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Παναγιώτης Πετράκης, εκτιμά ότι «εάν διατηρηθεί το επίπεδο της έντασης στη Μέση Ανατολή στα σημερινά επίπεδα, εκτιμώ ότι η τιμή του πετρελαίου θα σταθεροποιηθεί σε υψηλά επίπεδα όχι μόνο το 2026 αλλά και όλο το 2027. Η τιμή του πετρελαίου θα παραμείνει υψηλή και διαβλέπω μεγαλύτερες πιθανότητες να συμβούν και άλλες κρίσεις που θα κρατήσουν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο σε υψηλά επίπεδα». Ο Π. Πετράκης τονίζει επιπλέον ότι «το πρόβλημα είναι δυσεπίλυτο, διότι δεν οφείλεται μόνο στις εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή, αλλά και στον πόλεμο στην Ουκρανία».

Από την πλευρά του, ο Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Παναγιώτης Λιαργκόβας, επισημαίνει ότι «η κρίση συνεχίζεται. Δεν υπάρχουν σημάδια ότι θα αποκλιμακωθεί. Ο χειμώνας θα είναι δύσκολος. Τα αποθέματα, ειδικά στο φυσικό αέριο, είναι λίγα. Το ουκρανικό μέτωπο παραμένει ανοιχτό. Όλα αυτά προοιωνίζουν έναν δύσκολο χειμώνα για όλη την Ευρώπη». Μάλιστα, ο Π. Λιαργκόβας εκτιμά ότι «ακόμη και εάν τερματιζόταν σήμερα ο πόλεμος, θα έπρεπε να περάσουν 6 μήνες για να ομαλοποιηθεί η αγορά σε επίπεδα κοντά σε αυτά πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή».

Πλήγμα για τα Νοικοκυριά

«Η ενεργειακή κρίση έχει σημαντικές επιπτώσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς», τονίζει στην «R» ο Επίτιμος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γιάννης Χαλικιάς.

Συμπληρώνει δε ότι «οι επιπτώσεις στις επιχειρήσεις είναι σημαντικές, διότι αυξάνεται το κόστος των προϊόντων, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος μείωσης της κατανάλωσης και, συνεπώς, των πωλήσεων των επιχειρήσεων. Κάτι που, εάν συμβεί, θα θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όλα αυτά, μαζί με τη διάρκεια της κρίσης, απαιτούν παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

«Οι παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις, η ασυνάρτητη πολιτική των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν, αλλά και η κρίση Ρωσίας-Ουκρανίας έχουν επηρεάσει τη διεθνή ροή πετρελαίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στις τιμές ενέργειας, τον πληθωρισμό, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα», τονίζει από την πλευρά του ο Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Θαλασσινός Λευτέρης.

Προβλέπει μάλιστα ότι «οι τάσεις αυτές θα χειροτερεύσουν στη διάρκεια του χρόνου. Αν ο χειμώνας είναι δριμύς, πολλές χώρες της βόρειας Ευρώπης θα δυσκολευτούν πολύ. Το ίδιο και στην Ελλάδα, κυρίως λόγω της αστάθμητης και αχαρτογράφητης τάσης της αγοράς προς την ασυδοσία, λόγω έλλειψης επαγγελματικής ηθικής και αποτελεσματικών προληπτικών ελέγχων».

Σύμφωνα με τον Λ. Θαλασσινό, «η σημερινή κρίση, σε αντίθεση με αυτήν του 1973, όπου οι αραβικές πετρελαιοπαραγωγικές χώρες επέβαλαν αυστηρό εμπάργκο σε χώρες που υποστήριζαν το Ισραήλ, διαφοροποιείται γιατί συνδέεται με γεωπολιτικές συγκρούσεις που είναι ανεξέλεγκτες σε μεγάλο βαθμό, υπαρκτούς κινδύνους στη ναυσιπλοΐα και περιορισμούς στην παραγωγή. Η καταστροφή και οι σοβαρές ζημιές σε πετρελαϊκές και βιομηχανικές υποδομές δεν αναπληρώνονται εύκολα και γρήγορα, σε σχέση με την κρίση του 1973. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν εξαφανιστούν οι δυσκολίες σήμερα, τα προβλήματα θα συνεχιστούν για μεγάλο διάστημα, από 3 έως 5 έτη».

Έντονη Ανησυχία

Ο Γιώργος Μπάλτα, Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, υπογραμμίζει ότι «η ενέργεια έχει αποδείξει ιστορικά ότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές κρίσεις με ασύμμετρες και συχνά απρόβλεπτες συνέπειες. Η ακριβότερη ενέργεια επηρεάζει ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και διάθεσης προϊόντων, αλλά και το κόστος παροχής υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, καθίσταται ορατός ο κίνδυνος ενός νέου κύματος ακρίβειας».

Τονίζει χαρακτηριστικά μάλιστα ότι «οι εξελίξεις αυτές είναι πολύ αρνητικές τόσο για την ελληνική οικονομία όσο και για την ελληνική οικογένεια, η οποία κινδυνεύει να δει για ακόμη μία φορά το κόστος διαβίωσης να αυξάνεται απότομα.

Ίσως έχει έρθει η στιγμή να εξεταστούν έκτακτα και προσωρινά μέτρα, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στη συζήτηση αυτή δεν θα πρέπει να θεωρείται ταμπού ούτε η βαριά φορολογία των καυσίμων, ούτε οι επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς ενέργειας, ούτε ο τρόπος διαμόρφωσης των τιμών στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας».

Κίνδυνος και για τις Εξαγωγές

«Η ενεργειακή κρίση επιβαρύνει διπλά τις εξαγωγικές. Τις επιβαρύνει ως αυξημένο λειτουργικό κόστος στην παραγωγική διαδικασία, αλλά και στη μεταφορά, καθώς υπάρχει αυξημένο μεταφορικό κόστος», τονίζει ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδης Καλαμπόκης. Συνεπώς, συμπληρώνει, «εξουδετερώνεται κάθε κίνητρο ανταγωνιστικότητας. Σεβόμαστε το δημοσιονομικό περιβάλλον, αλλά η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί ότι οι εξαγωγές συνεισφέρουν τα μέγιστα στην ελληνική οικονομία αυτή τη στιγμή. Θα πρέπει να ληφθούν μέτρα μείωσης κόστους στις παραγωγικές μονάδες, ώστε να συνεχίσουν οι ελληνικές εξαγωγές την ανοδική τους πορεία».

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, μιλώντας στην «R», επισημαίνει ότι «η ενεργειακή κρίση επιφέρει ένα διπλό πλήγμα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Από τη μια, επιβαρύνονται σημαντικά τα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα να μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημά τους, και από την άλλη, να αυξάνεται το λειτουργικό κόστος σε χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Δηλαδή, λιγότερα έσοδα με περισσότερα έξοδα». Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ τονίζει χαρακτηριστικά ότι «αυτό δεν θα είναι βιώσιμο κάποια στιγμή για πολλές επιχειρήσεις. Εάν αφενός δεν τελειώσει άμεσα ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και αφετέρου, στο απευκταίο σενάριο, έχει μεγάλη διάρκεια η κρίση, τότε θα πρέπει να ληφθούν μέτρα, όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε πανευρωπαϊκό».

Τέλος, ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Δαμίγος, αναφέρει ότι «το ενεργειακό κόστος αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη απειλή για τη βιωσιμότητα της ελληνικής βιοτεχνίας. Για μια παραγωγική επιχείρηση, η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας ακόμη λογαριασμός. Είναι βασικός συντελεστής παραγωγής και όταν η τιμή της εκτοξεύεται, συμπαρασύρει το κόστος, εξανεμίζει τα περιθώρια κέρδους και θέτει σε κίνδυνο ακόμη και τη συνέχιση της λειτουργίας μιας επιχείρησης. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν άλλα περιθώρια να απορροφούν συνεχείς ανατιμήσεις». Για αυτόν τον λόγο, «το ΒΕΑ ζητά έναν μόνιμο μηχανισμό μερικής επιδότησης της ενέργειας, που θα ενεργοποιείται όταν οι τιμές ξεφεύγουν. Η ελληνική βιοτεχνία χρειάζεται προστασία τώρα. Γιατί χωρίς ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, δεν μπορεί να υπάρξει ανταγωνιστική παραγωγή», καταλήγει ο Κ. Δαμίγος.