16/09/2026

Η Τεχνητή Νοημοσύνη Αιχμής Επαναπροσδιορίζει τις Προτεραιότητες στην Κυβερνοασφάλεια, Σύμφωνα με Έρευνα της ΕΥ

EY: Η Τεχνητή Νοημοσύνη αιχμής μεταβάλλει πλήρως τις προτεραιότητες στην κυβερνοασφάλεια

Η νέα έρευνα της ΕΥ, 2026 Global Cybersecurity Leadership Insights Study, εξετάζει τις σύγχρονες προκλήσεις στην κυβερνοασφάλεια και την κυβερνοανθεκτικότητα, αναλύοντας ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται ως «NAVI» (Non-linear, Accelerating, Volatile, and Interconnected – Μη γραμμικό, Επιταχυνόμενο, Ευμετάβλητο και Διασυνδεδεμένο).

Η έρευνα, που βασίστηκε στις απόψεις άνω των 800 CISOs και στελεχών κυβερνοασφάλειας παγκοσμίως, ανέδειξε τον όρο «ζώνη ευπάθειας» (vulnerability zone), ο οποίος αφορά κατά μέσο όρο πάνω από το ένα τρίτο (36%) των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων (assets) μιας επιχείρησης.

Η «Τεχνητή Νοημοσύνη αιχμής» (frontier AI) διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Οι πρόσφατες εξελίξεις, όπου τα προηγμένα μοντέλα AI εντοπίζουν και εκμεταλλεύονται αυτόνομα ευπάθειες, άφησαν πολλούς οργανισμούς απροετοίμαστους, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της έννοιας της ανθεκτικότητας.

Σύμφωνα με την έρευνα, η ζώνη ευπάθειας προκύπτει από χαμηλή ορατότητα και ανεπαρκή επιτήρηση ενός asset. Τα assets με χαμηλή ορατότητα και επιτήρηση είναι πιο επιρρεπή σε επιθέσεις. Οι κατηγορίες assets με τη μεγαλύτερη έκθεση περιλαμβάνουν τα φυσικά και λειτουργικά τεχνολογικά στοιχεία (OT and physical assets) με 57%, τα οικοσυστήματα και τρίτους συνεργάτες με 49%, τα συστήματα και εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης με 47%, και την δικτυακή υποδομή με 38%. Ο κλάδος υποδομών παρουσιάζει τη μεγαλύτερη έκθεση (71%), ακολουθούμενος από τον κλάδο μετάλλων (67%) και τις επιστήμες υγείας (64%), ενώ οι αυστηρά ρυθμιζόμενοι κλάδοι, όπως ο τραπεζικός, είναι λιγότερο εκτεθειμένοι. Οι επιτιθέμενοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα OT assets ως σημεία εισόδου για να κινηθούν μεταξύ συστημάτων (lateral movement) και να φτάσουν στους τελικούς στόχους.

Παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στην ετοιμότητα των οργανισμών. Η έρευνα ανέδειξε τους «ασφαλείς δημιουργούς» (Secure Creators), οργανισμούς με πιο προηγμένες πρακτικές κυβερνοασφάλειας. Σε αυτούς, μόλις το 30% των assets ανήκει στη ζώνη ευπάθειας, έναντι 42% στους υπόλοιπους συμμετέχοντες (Prone Enterprises).

Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει μεταβάλει ριζικά το τοπίο της κυβερνοασφάλειας, επιτρέποντας στους επιτιθέμενους να εντοπίζουν ευάλωτα assets και να πραγματοποιούν στοχευμένες επιθέσεις. Ταυτόχρονα, πολλά συστήματα και εργαλεία AI, λόγω της ταχύτητας εξέλιξής τους, της ανεξέλεγκτης χρήσης εργαλείων GenAI και της εξάπλωσης του agentic AI, αποτελούν τρωτά σημεία.

Το 70% των ειδικών εκτιμούν ότι οι σημαντικότεροι κίνδυνοι κυβερνοασφάλειας εντοπίζονται σε «τυφλά σημεία» (blindspots), δηλαδή assets που δεν επιτηρούνται επαρκώς. Μόνο το 43% των ερωτηθέντων χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένες διαδικασίες για τον εντοπισμό και την απογραφή assets, και λιγότεροι από τους μισούς είναι σίγουροι για την πληρότητα της απογραφής τους.

Οι ειδικοί κυβερνοασφάλειας νιώθουν απροετοίμαστοι για τις νέες απειλές: μόνο το 45% των CISOs αισθάνονται έτοιμοι για κυβερνοεπιθέσεις AI και μόνο το 21% για κβαντικές επιθέσεις.

Με βάση τα ευρήματα, προτείνονται οι εξής δράσεις:

  • Συνεχής, αυτοματοποιημένη καταγραφή των assets.
  • Κάλυψη των κενών ασφαλείας σε όλη την επιφάνεια επίθεσης.
  • Ορισμός και προστασία της «ελάχιστης βιώσιμης επιχείρησης» (minimum viable enterprise).
  • Επιτάχυνση επενδύσεων σε σύγχρονα μέτρα κυβερνοασφάλειας.
  • Στροφή προς τη διαρκή διαχείριση κινδύνου των προμηθευτών (τρίτων μερών), με επίκεντρο την ταυτότητα.
  • Προτεραιοποίηση της ασφάλειας των περιμετρικών συσκευών και της υποδομής δικτύων στο μοντέλο ανθεκτικότητας.

Ο Παναγιώτης Παπαγιαννακόπουλος, Εταίρος της EY Ελλάδος και Επικεφαλής Υπηρεσιών Κυβερνοασφάλειας, σχολίασε: «Η Τεχνητή Νοημοσύνη αιχμής μεταβάλλει πλήρως τις προτεραιότητες των οργανισμών όσον αφορά στην κυβερνοασφάλεια, τοποθετώντας στο επίκεντρο την ανάγκη για συνολική αλλαγή στρατηγικής. Για να αντιμετωπίσουν επαρκώς τους σύγχρονους ψηφιακούς κινδύνους, τα ανώτατα στελέχη των επιχειρήσεων (C-suite) καλούνται να επιταχύνουν την υιοθέτηση και αξιοποίηση του AI στις αμυντικές λειτουργίες κυβερνοασφάλειας, ενισχύοντας την ορατότητα, την αυτοματοποίηση και τη δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού και αντιμετώπισης των κυβερνοαπειλών, ώστε να εξασφαλίσουν την ανθεκτικότητα και επιχειρησιακή συνέχεια του οργανισμού τους».