Φοροδιαφυγή: Αποκαλύπτονται οι 3 κυριότερες μέθοδοι των μεγάλων φοροφυγάδων και πώς η ΑΑΔΕ τις αντιμετωπίζει με ψηφιακά εργαλεία
Τρεις βασικές μεθόδους χρησιμοποιούν τα κυκλώματα της φοροδιαφυγής για να αποκρύπτουν τις πωλήσεις των επιχειρήσεων και να εμφανίζουν έσοδα μικρότερα από τα πραγματικά.
Ας δούμε αναλυτικά:
- Πρώτη μέθοδος: Η χρήση «μαϊμού» ταμειακών μηχανών. Επιτήδειοι χρησιμοποιούν υπολογιστές και ειδικό λογισμικό για να παράγουν και να εκτυπώνουν παραστατικά που μοιάζουν με κανονικές αποδείξεις, χωρίς όμως να έχουν εκδοθεί από εγκεκριμένο φορολογικό μηχανισμό. Ο καταναλωτής παραλαμβάνει ένα φαινομενικά νόμιμο χαρτί, χωρίς να γνωρίζει ότι δεν αποτελεί έγκυρο φορολογικό στοιχείο. Η συναλλαγή δεν καταγράφεται σωστά στα λογιστικά αρχεία της επιχείρησης, με αποτέλεσμα τα έσοδα να μένουν εκτός φορολογικής δήλωσης. Έτσι, το Δημόσιο χάνει έσοδα από φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ, ενώ ο πελάτης παραπλανάται.
- Δεύτερη μέθοδος: Καταχρηστική αξιοποίηση νόμιμων φορολογικών μηχανισμών. Μια επιχείρηση μπορεί να εκδίδει δελτία παραγγελίας χωρίς να ακολουθεί αντίστοιχη απόδειξη, ή να εμφανίζει μαζικές ακυρώσεις συναλλαγών και αδικαιολόγητες εκπτώσεις. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε περιπτώσεις μεγάλου αριθμού ακυρωτικών σημειωμάτων στο τέλος της ημέρας ή ασυνήθιστα υψηλών εκπτώσεων. Αυτές οι ενέργειες, αν και δεν αποδεικνύουν από μόνες τους φοροδιαφυγή, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις για περαιτέρω έλεγχο. Οι ελεγκτές εξετάζουν τα ψηφιακά αρχεία των φορολογικών μηχανισμών, αναλύοντας συχνότητα, αξία και χρόνο έκδοσης παραστατικών, ακυρώσεων και εκπτώσεων, για να εντοπίσουν αποκλίσεις και ενδεχομένως μη δηλωθέντα έσοδα.
- Τρίτη μέθοδος: Αλλοίωση στοιχείων μετά την έκδοση απόδειξης. Παράνομα λογισμικά παρεμβαίνουν στα δεδομένα των συναλλαγών, αλλάζοντας ποσότητες, αξίες ή είδη προϊόντων, με σκοπό τη μείωση του εμφανιζόμενου τζίρου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εκτυπωμένη απόδειξη μπορεί να μην αποκαλύπτει την έκταση της αλλοίωσης. Οι ελεγκτές πρέπει να εξετάσουν τα ψηφιακά αρχεία και τα δεδομένα των φορολογικών μηχανισμών για να διαπιστώσουν τυχόν μεταβολές και να ανασυνθέσουν την πραγματική εικόνα των πωλήσεων.
Οι «έξυπνες» διασταυρώσεις της ΑΑΔΕ
Η ΑΑΔΕ ενισχύει το ψηφιακό της οπλοστάσιο και αξιοποιεί τις διασταυρώσεις δεδομένων για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Συγκεκριμένα, η Αρχή χρησιμοποιεί τα ψηφιακά αρχεία των φορολογικών μηχανισμών και διασταυρώνει τα διαθέσιμα στοιχεία με αυτά που διαβιβάζονται στην πλατφόρμα myDATA, αναζητώντας αποκλίσεις που αποκαλύπτουν κρυφά φορολογητέα ύλη.
Οι ελεγκτές της Αρχής δεν βασίζονται πλέον μόνο σε τυχαίους επιτόπιους ελέγχους, αλλά σε σύνθετους αλγόριθμους, διασταυρώσεις δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και εξειδικευμένο λογισμικό.
Επιπλέον, τα παράνομα συστήματα και οι «πειραγμένες» ταμειακές μηχανές εντοπίζονται ευκολότερα πλέον με την υποχρεωτική διασύνδεσή τους με το myDATA της ΑΑΔΕ, παρόλο που οι επιτήδειοι συνεχίζουν να αναζητούν τρόπους απόκρυψης εισοδημάτων.
Η δύναμη της εφαρμογής «Appodixi»
Αρκετές υποθέσεις φοροδιαφυγής έχουν αποκαλυφθεί χάρη στην εφαρμογή της ΑΑΔΕ «Appodixi».
Οι πολίτες μπορούν, σκανάροντας τον κωδικό QR μιας απόδειξης μέσω της επίσημης εφαρμογής, να ελέγξουν αν η απόδειξη είναι έγκυρη και έχει διαβιβαστεί σωστά.
Για παράδειγμα, εάν ένας καταναλωτής έχει στα χέρια του απόδειξη αξίας 50 ευρώ, αλλά στο κινητό του εμφανίζεται ως «μη διαβιβασμένη» ή με μικρότερο ποσό, μπορεί να προχωρήσει σε άμεση καταγγελία, κινητοποιώντας την ελεγκτική αρχή.
Τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι περισσότερες από 225.000 καταγγελίες έχουν υποβληθεί συνολικά από τους πολίτες μέσω της ψηφιακής εφαρμογής Appodixi. Από αυτές, σχεδόν 102.000 είναι επώνυμες και οι υπόλοιπες 123.000 ανώνυμες.
Οι περισσότερες αναφορές αφορούν αποδείξεις από «πειραγμένους» μηχανισμούς, «μαϊμού» αποδείξεις, καθώς και παραβάσεις μη διαβίβασης στοιχείων στο myDATA.
Η εστίαση (καφετέριες, μπαρ, εστιατόρια) και τα πρατήρια καυσίμων αποτελούν τους κλάδους με τη μεγαλύτερη συχνότητα καταγγελιών.
