Η άνοδος του έτοιμου φαγητού στην Ελλάδα: Πώς τα σούπερ μάρκετ μεταμορφώνονται σε γαστρονομικούς προορισμούς
Το έτοιμο φαγητό κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στην καθημερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών, απαντώντας στην πιεστική ανάγκη για εξοικονόμηση χρόνου. Ταυτόχρονα, τα έτοιμα γεύματα εξελίσσονται σε ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού για τα σούπερ μάρκετ, τα οποία πλέον δεν περιορίζονται στην πώληση τροφίμων, αλλά προσφέρουν ολοκληρωμένες διατροφικές λύσεις.
Οι σύγχρονες καταναλωτικές συνήθειες, οι απαιτητικοί ρυθμοί ζωής και η αναζήτηση άμεσων και ταυτόχρονα οικονομικών λύσεων διαμορφώνουν μια αγορά που αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς. Σε αυτό το περιβάλλον, οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ διεκδικούν δυναμικά ένα αυξανόμενο μερίδιο.
Η έρευνα του ΙΕΛΚΑ αποκαλύπτει
Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της αγοράς. Σύμφωνα με πανελλαδική έρευνα του ΙΕΛΚΑ, το ποσοστό των καταναλωτών που αγοράζουν έτοιμο μαγειρευτό φαγητό από τα σούπερ μάρκετ σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε μία δεκαετία, φτάνοντας από 16% το 2016 στο 29% το 2026. Αυτή η σημαντική μεταβολή οφείλεται στις συστηματικές επενδύσεις των αλυσίδων σούπερ μάρκετ στην ανάπτυξη των τμημάτων έτοιμου φαγητού, στη διεύρυνση της ποικιλίας, στην ανανέωση των προτάσεών τους και στην προσπάθεια να καλύψουν περισσότερες ανάγκες σε ένα μόνο σημείο πώλησης.
Η στρατηγική αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των σούπερ μάρκετ να αυξήσουν τόσο τη συχνότητα των επισκέψεων των καταναλωτών όσο και το μέσο όρο αγορών τους. Το έτοιμο φαγητό προσφέρει μια νέα διάσταση: ο καταναλωτής δεν χρειάζεται πλέον να αγοράσει μόνο υλικά για να μαγειρέψει, αλλά μπορεί να βρει στο ίδιο κατάστημα ένα έτοιμο γεύμα. Από ψητό κοτόπουλο και σαλάτες μέχρι μαγειρευτά και προϊόντα φούρνου, οι επιλογές αυξάνονται, μετατρέποντας σταδιακά το σούπερ μάρκετ σε έναν υβριδικό χώρο λιανικής, όπου συνυπάρχουν η αγορά τροφίμων και η άμεση κατανάλωση.
Ο κύριος μοχλός ανάπτυξης αυτής της κατηγορίας είναι η ανάγκη για ευκολία. Το 41% των καταναλωτών που επιλέγουν έτοιμο φαγητό δηλώνει ότι το κάνει επειδή δεν διαθέτει τον απαραίτητο χρόνο για να μαγειρέψει. Παράλληλα, η σχέση τιμής και ποιότητας παραμένει κρίσιμος παράγοντας, καθώς τα νοικοκυριά συνεχίζουν να είναι προσεκτικά στις δαπάνες τους. Έτσι, τα σούπερ μάρκετ στοχεύουν να προσφέρουν ακριβώς αυτό που ζητούν οι καταναλωτές: ευκολία, καλή τιμή και γρήγορο γεύμα.
Τζίρος άνω του 1 δισ. ευρώ
«Η αγορά του έτοιμου φαγητού στην Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική άνοδο τα τελευταία χρόνια και εκτιμάται ότι αυτή η δυναμική θα συνεχιστεί για τα επόμενα αρκετά χρόνια», αναφέρει στο Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος (ΕΣΕ), Απόστολος Πεταλάς. «Υπολογίζεται ότι το 2025 η αγορά του έτοιμου φαγητού στην Ελλάδα ξεπέρασε σε τζίρο το 1 δισ. ευρώ, με ετήσια αύξηση 3%», προσθέτει.
Ποιοι είναι, όμως, οι βασικοί παράγοντες που οδηγούν την ανάπτυξη της ελληνικής αγοράς έτοιμου φαγητού και κινητοποιούν ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα;
Όπως εξηγεί ο κ. Πεταλάς, σημαντικό ρόλο παίζουν τα δημογραφικά στοιχεία: μικρότερα νοικοκυριά, αύξηση των εργαζόμενων γυναικών, μεγαλύτερη αστικοποίηση, τα οποία δημιουργούν την ανάγκη για εύκολες και γρήγορες λύσεις φαγητού. Επιπλέον, οι νέες τάσεις του wellness (φαγητό με υψηλή πρωτεΐνη, vegan, gluten free κ.ά.) οδηγούν στην αναζήτηση πιο εξειδικευμένης διατροφής, με την αγορά να ανταποκρίνεται με καινοτόμες λύσεις.
Παράλληλα, έχει εξελιχθεί σημαντικά στην Ελλάδα, όπως και στην Ευρώπη, το quick commerce. Πλατφόρμες όπως το Wolt και το e-food παρέχουν πλέον μεγάλες δυνατότητες ευκολίας για γρήγορη παραγγελία και παράδοση έτοιμου φαγητού με χαμηλό κόστος. «Για όλους αυτούς τους λόγους, η εφοδιαστική αλυσίδα – εταιρείες παραγωγής τροφίμων – άρχισαν εδώ και κάποια χρόνια να παράγουν έτοιμα τρόφιμα, πίτες και φαγητά. Τα σούπερ μάρκετ, αντιλαμβανόμενα αυτή τη νέα τάση, δίνουν πλέον πολύ μεγαλύτερο χώρο στα ράφια και στα ψυγεία για την προβολή έτοιμων γευμάτων, ενώ συνεργάζονται και με σεφ δημιουργώντας δικά τους brands, καλύπτοντας τις ανάγκες των καταναλωτών», επισημαίνει ο κ. Πεταλάς.
Την ίδια στιγμή, ο κ. Πεταλάς τονίζει ότι «τον Αύγουστο 2026 ο πληθωρισμός στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ ήταν της τάξης του -0,15% σε σχέση με τον Αύγουστο 2025, κάτι που αποτελεί εξαιρετική εξέλιξη για τον Έλληνα καταναλωτή και την αγορά». Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποκλιμάκωση των τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ οφείλεται σε τρεις σημαντικούς παράγοντες.
Ο πρώτος αφορά στο γεγονός ότι, παρά τις γεωπολιτικές εξελίξεις και την εκτίναξη της τιμής της ενέργειας που επηρέασαν τη βιομηχανία τροφίμων και το λιανεμπόριο, δεν έγιναν ανατιμήσεις στα τρόφιμα μέχρι τώρα.
Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με την επίδραση κατηγοριών προϊόντων (κρέας μοσχαρίσιο, καφές, κακάο) στον αρνητικό πληθωρισμό τροφίμων διεθνώς και στην Ελλάδα τους προηγούμενους 24 μήνες. Επιπλέον, έντονα κλιματικά φαινόμενα επηρέασαν αρνητικά τις κατηγορίες φρούτων και λαχανικών. Πλέον, καταγράφονται μειώσεις τιμών σε φρούτα και λαχανικά λόγω των καλών καιρικών συνθηκών, καθώς και στο νωπό κρέας λόγω της ομαλοποίησης των τιμών παραγωγών και εισαγωγών. Ως αποτέλεσμα, οι κατηγορίες τροφίμων που αύξησαν τον πληθωρισμό προηγουμένως, τώρα τον μειώνουν.
Ένας επιπλέον παράγοντας που έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στην Ελλάδα ήταν η συμφωνία μεταξύ της βιομηχανίας, της εφοδιαστικής αλυσίδας και της κυβέρνησης, περί τα τέλη Ιουνίου, να μην υπάρξουν ανατιμήσεις σε τρόφιμα και καταναλωτικά προϊόντα για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Η συμφωνία τηρήθηκε, σύμφωνα με τον κ. Πεταλά, με αποτέλεσμα τη συγκράτηση των βιομηχανιών τροφίμων και καταναλωτικών προϊόντων και μειώσεις σε αρκετές κατηγορίες.
Ωστόσο, παραμένει ανησυχητικό το γεγονός ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις δεν φαίνεται να εκτονώνονται. Το κόστος των αλυσίδων και της βιομηχανίας, λόγω της ενέργειας, πιέζεται, ενώ οι ανατιμήσεις στα υλικά συσκευασίας των προϊόντων που παράγονται από πρώτη ύλη πετρελαίου είναι μεγάλες. «Εάν δεν εκτονωθούν αυτά τα φαινόμενα, εκτιμάται ότι μετά τον Οκτώβριο τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα θα δούμε νέες ανατιμήσεις στις τιμές των προϊόντων», υπογράμμισε ο κ. Πεταλάς.
Τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν 770 ευρώ ετησίως για έτοιμο φαγητό
Το έτοιμο φαγητό έχει αποκτήσει σταθερή θέση στην καθημερινότητα σημαντικού μέρους των ελληνικών νοικοκυριών, χωρίς, ωστόσο, να απειλεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο του σπιτικού γεύματος. Αυτό προκύπτει από πανελλαδική έρευνα του ΙΕΛΚΑ, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2026 σε δείγμα 800 καταναλωτών από όλη την Ελλάδα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μέση εβδομαδιαία δαπάνη των νοικοκυριών για έτοιμο φαγητό ανέρχεται σε 14,79 ευρώ, ποσό που μεταφράζεται σε περίπου 770 ευρώ ετησίως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλλαγή στις προτιμήσεις των καταναλωτών ως προς το σημείο αγοράς. Τα σούπερ μάρκετ έχουν σχεδόν διπλασιάσει το μερίδιό τους σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.
Ειδικότερα, το 29% των καταναλωτών δηλώνει ότι αγοράζει έτοιμο μαγειρευτό φαγητό από σούπερ μάρκετ, έναντι 16% το 2016. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την ενίσχυση του οργανωμένου λιανεμπορίου στην αγορά έτοιμου φαγητού, καθώς οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ έχουν επενδύσει τα τελευταία χρόνια στη διεύρυνση των σχετικών προτάσεων.
Παράλληλα, περιορίζεται το ποσοστό όσων δεν αγοράζουν ποτέ έτοιμο φαγητό. Από 45% το 2016, διαμορφώνεται σήμερα στο 39%, γεγονός που δείχνει ότι το έτοιμο φαγητό έχει πλέον μεγαλύτερη διείσδυση στην καθημερινότητα των νοικοκυριών.
Η εξοικείωση των καταναλωτών με τις λύσεις έτοιμου φαγητού που προσφέρουν τα σούπερ μάρκετ είναι ιδιαίτερα υψηλή. Το ψητό κοτόπουλο, τα σφολιατοειδή, οι σαλάτες και τα έτοιμα μαγειρευτά συγκαταλέγονται στις επιλογές που έχουν δοκιμάσει σε σημαντικό βαθμό οι καταναλωτές.
Η διεύρυνση των διαθέσιμων προϊόντων φαίνεται να έχει συμβάλει στην αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών, με το σούπερ μάρκετ να λειτουργεί πλέον όχι μόνο ως σημείο αγοράς πρώτων υλών, αλλά και ως εναλλακτική πηγή έτοιμων γευμάτων.
Ο βασικότερος λόγος για την επιλογή έτοιμου φαγητού είναι πρακτικός. Το 41% των καταναλωτών δηλώνει ότι καταφεύγει σε αυτή τη λύση όταν δεν έχει τον απαιτούμενο χρόνο για να μαγειρέψει.
Ένα ακόμη 19% αναφέρει ως λόγο το γεγονός ότι θεωρεί ασύμφορο να μαγειρεύει μόνο για λίγα άτομα. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι το έτοιμο φαγητό συνδέεται κυρίως με τις ανάγκες που δημιουργούν οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής, ενώ παράλληλα αποτελεί επιλογή ευκολίας, αλλά και ευχαρίστησης ή κοινωνικής κατανάλωσης.
Παρά τη διεύρυνση της αγοράς, η κατανάλωση έτοιμου φαγητού παραμένει για τους περισσότερους σε σχετικά περιορισμένα επίπεδα. Το 19% δαπανά από 11 έως 20 ευρώ την εβδομάδα, το 11% από 6 έως 10 ευρώ και το 7% έως 5 ευρώ.
Την ίδια στιγμή, σχεδόν τέσσερις στους δέκα καταναλωτές δεν αγοράζουν καθόλου έτοιμο φαγητό. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά την αυξανόμενη διείσδυση του κλάδου, το έτοιμο γεύμα εξακολουθεί να λειτουργεί κυρίως συμπληρωματικά και όχι ως βασική μορφή διατροφής.
Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΕΛΚΑ, παρά την αυξανόμενη χρήση έτοιμων λύσεων, το σπιτικό φαγητό εξακολουθεί να θεωρείται ανώτερο από τους καταναλωτές. Η μεγάλη πλειονότητα εκτιμά ότι το φαγητό που παρασκευάζεται στο σπίτι είναι πιο νόστιμο και πιο υγιεινό.
Το βασικό πρόβλημα, επομένως, δεν φαίνεται να είναι η προτίμηση των καταναλωτών, αλλά ο διαθέσιμος χρόνος. Οι αυξημένες απαιτήσεις της καθημερινότητας οδηγούν ολοένα περισσότερα νοικοκυριά στην αναζήτηση γρήγορων και εύκολων λύσεων, με το έτοιμο φαγητό να καλύπτει αυτό το κενό χωρίς να αντικαθιστά, τουλάχιστον προς το παρόν, το παραδοσιακό σπιτικό γεύμα.
