05/10/2026

ΠΑΣΟΚ για τον Προϋπολογισμό 2027: «Η Ακρίβεια Τροφοδοτεί τα Υπερπλεονάσματα, ενώ η Κοινωνία Βυθίζεται σε Αδιέξοδα»

ΠΑΣΟΚ για προσχέδιο προϋπολογισμού 2027: «Η ακρίβεια τροφοδοτεί τα υπερπλεονάσματα ενώ η κοινωνία συσσωρεύει αδιέξοδα»

«Η ακρίβεια τροφοδοτεί τα υπερπλεονάσματα, ενώ η κοινωνία συσσωρεύει αδιέξοδα» είναι το σχόλιο του ΠΑΣΟΚ σχετικά με το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027, το οποίο έχει εκπονήσει η Νέα Δημοκρατία.

Σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ, το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 παρουσιάζει δύο βασικά χαρακτηριστικά: «Από τη μία πλευρά, υπεραπόδοση φόρων και υπερπλεονάσματα, και από την άλλη, επίμονη ακρίβεια, ασθενή πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων και διεύρυνση του παραγωγικού ελλείμματος».

Ειδικότερα για τους μισθωτούς, το ΠΑΣΟΚ επισημαίνει ότι «υπάρχει χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και στην πραγματικότητα, το οποίο εμφανίζεται και στους μισθούς». «Η κυβέρνηση προβάλλει αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 3,9% το 2027, αλλά το ίδιο το Προσχέδιο αναγνωρίζει ότι, μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού, η πραγματική αύξηση περιορίζεται μόλις στο 1,4%», τονίζει.

Αναλυτικά η ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ

«Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2027 επιβεβαιώνει αυτό που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις: πίσω από την πανηγυρική εικόνα των κυβερνητικών «επιτυχιών» κρύβεται μια άδικη οικονομική πολιτική που βασίζεται σε υψηλή φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης και του εισοδήματος από εργασία.

Η ίδια η κυβέρνηση είχε προϋπολογίσει για το 2026 πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ, που αντιστοιχεί σε 7,2 δισ. ευρώ. Τώρα εκτιμά ότι θα φτάσει στο 3,6% του ΑΕΠ, δηλαδή 9,55 δισ. ευρώ. Δεν πρόκειται για κάποιο δημοσιονομικό ή αναπτυξιακό θαύμα. Η εξήγηση έγκειται στην «υπεραπόδοση» της ακρίβειας. Μόνο από τον ΦΠΑ, η υπέρβαση ανέρχεται σε 1,2 δισ. ευρώ, ενώ επιπλέον 560 εκατ. ευρώ προέρχονται από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και την τιμαριθμική προσαρμογή της φορολογικής κλίμακας.

Το πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0» ολοκληρώνεται, αλλά η χώρα παραμένει βαθιά άνιση ως προς την κατανομή των βαρών και των ωφελειών της οικονομικής πολιτικής. Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2027 διατηρεί ένα φορολογικό μείγμα στο οποίο η έμμεση φορολογία συνεχίζει να επιβαρύνει δυσανάλογα.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της ΕΕ με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους: για κάθε 1 ευρώ άμεσων φόρων αντιστοιχούν περίπου 1,5 ευρώ έμμεσων, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ είναι περίπου ένα προς ένα. Το Προσχέδιο του 2027 επιβεβαιώνει τη σταθεροποίηση αυτής της εικόνας.

Την ίδια στιγμή, πίσω από τους δημοσιονομικούς πανηγυρισμούς, παραμένουν άλυτες οι βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αγγίζει το 7,7% του ΑΕΠ. Και ενώ η κυβέρνηση κάνει λόγο για παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας, για το 2027 προβλέπει εκ νέου ότι οι εισαγωγές θα αυξηθούν ταχύτερα από τις εξαγωγές: 4,0% έναντι 3,1%.

Το ίδιο χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και στην πραγματικότητα εμφανίζεται και στους μισθούς. Η κυβέρνηση προβάλλει αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 3,9% το 2027, αλλά το ίδιο το Προσχέδιο αναγνωρίζει ότι, μετά τον πληθωρισμό, η πραγματική αύξηση περιορίζεται μόλις στο 1,4%.

Η εικόνα, επομένως, είναι σαφής: υπεραπόδοση φόρων και υπερπλεονάσματα από τη μία, επίμονη ακρίβεια, ασθενής πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων και διεύρυνση του παραγωγικού ελλείμματος από την άλλη.

Η οικονομική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας έχει εξαντλήσει τα όριά της. Η χώρα χρειάζεται ένα ριζικά διαφορετικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, μείωσης των ανισοτήτων και οικοδόμησης ενός δικαιότερου φορολογικού συστήματος.

Η αλλαγή πορείας είναι κοινωνική αναγκαιότητα».