19/08/2026

ΣτΕ: Οριστικό «όχι» στην επαναφορά επιδομάτων εορτών και αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους

Οριστικά κλειστό παραμένει το ζήτημα της επαναφοράς των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με την απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγητής: Ι. Μιχαλακόπουλος). Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα επιδόματα που είχαν καταργηθεί ολοσχερώς με τον ν.

ΣτΕ: Οριστικό «όχι» στην επαναφορά επιδομάτων εορτών και αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους

Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) θέτει οριστικό «φρένο» στην επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους. Με την απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα επιδόματα που είχαν καταργηθεί με τον ν. 4093/2012 δεν συνιστά ούτε αντισυνταγματική παράλειψη, ούτε παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η υπόθεση, που εκδικάστηκε μέσω της διαδικασίας της «πρότυπης δίκης», προέκυψε από αγωγή δημοσίου υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητούσε την καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών ετησίως για την περίοδο 2023-2024. Ο ενάγων επικαλέστηκε τη μη ή πλημμελή μεταφορά της Οδηγίας 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην ΕΕ. Το ΣτΕ διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η εν λόγω Οδηγία μπορούσε να επικληθεί μόνο μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024, ημερομηνία λήξης της προθεσμίας μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο.

Εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-19/23, η οποία έκρινε ότι η «επάρκεια του κατωτάτου μισθού» δεν είναι ευρωπαϊκή έννοια και ότι ο καθορισμός των αποδοχών αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Το ΔΕΕ ακύρωσε, μάλιστα, διάταξη της Οδηγίας 2022/2041 που εξαρτούσε τα εθνικά κριτήρια από συγκεκριμένα στοιχεία.

Το ΣτΕ κατέληξε ότι ούτε ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. μπορεί να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου ως προς τις αμοιβές ή το δικαίωμα σε επαρκείς και δίκαιους κατώτατους μισθούς. Ως εκ τούτου, η Οδηγία δεν παρείχε στους ιδιώτες δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο, οδηγώντας σε απόρριψη της αγωγής ως προς αυτή τη βάση.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αξιολόγησε τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας, τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και το μισθολογικό καθεστώς. Συνυπολογίζοντας την ετήσια επιβάρυνση από μισθολογικές ρυθμίσεις και το μέγεθος των δαπανών, το ΣτΕ έκρινε ότι οι επιλογές του νομοθέτη είναι σύμφωνες με τα εγκεκριμένα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια.

Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η μη καταβολή των επιδομάτων δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων, δικαιολογώντας τη στάση του νομοθέτη για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δημοσιονομικής ευστάθειας. Η χορήγηση μιας παροχής ύψους δύο επιπλέον βασικών μισθών ετησίως στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων θα προκαλούσε εξαιρετικά μεγάλη και πάγια επιβάρυνση.

Τέλος, το ΣτΕ απέρριψε τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων σε σύγκριση με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Λαμβάνοντας υπόψη το ειδικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, έκρινε ότι δεν βρίσκονται υπό τις ίδιες συνθήκες με τους ιδιωτικούς, ενώ η διάρθρωση των αμοιβών τους επηρεάζει άμεσα τη δημοσιονομική κατάσταση. Παρότι υπήρξε μειοψηφία έξι μελών ως προς την αρχή της ισότητας, η Ολομέλεια απέρριψε οριστικά την αγωγή.