Στουρνάρας: Η Ελλάδα μπορεί να φτάσει σε αξιολόγηση «Α» πριν το 2030 με διαρθρωτικές βελτιώσεις
Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να επιτύχει αξιολόγηση «Α» πριν από το 2030, εφόσον η πρόοδος στη δημόσια διοίκηση συνεχιστεί και η λειτουργία των θεσμών ενισχυθεί περαιτέρω. Αυτή η δήλωση έγινε κατά τη διάρκεια της ετήσιας συνάντησης του οίκου αξιολόγησης Scope Ratings, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα.
Τόνισε επίσης ότι, ενώ η δημοσιονομική σύνεση και η οικονομική ανάπτυξη έχουν ενισχύσει την αξιοπιστία της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές, η περαιτέρω αναβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας εξαρτάται από τη σταθερή βελτίωση της ποιότητας των θεσμών.
Η Δικαιοσύνη ως Κλειδί για την Επενδυτική Εμπιστοσύνη
Ο κ. Στουρνάρας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα της δικαιοσύνης. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη έχει ήδη οδηγήσει σε μείωση του μέσου χρόνου έκδοσης πρωτόδικης απόφασης, ο οποίος πλέον κυμαίνεται περίπου στο ένα έτος, σε σύγκριση με περισσότερο από δύο χρόνια στο παρελθόν. Η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, όπως υπογράμμισε, συμβάλλει στην αύξηση της ασφάλειας δικαίου και ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Σύμφωνα με τον Διοικητή της ΤτΕ, η ελληνική οικονομία επιδεικνύει υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης συγκριτικά με την ευρωζώνη, παρά τις εξωτερικές προκλήσεις και την αυξημένη αβεβαιότητα. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026, το πραγματικό ΑΕΠ παρουσίασε ετήσια αύξηση 1,9%, ενώ στην ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση ήταν 1,2%. Ο κ. Στουρνάρας απέδωσε την ισχυρή αυτή επίδοση της Ελλάδας στη δημοσιονομική εξυγίανση, στην ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος, στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στις μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023 έχει ήδη επιφέρει μετρήσιμα οφέλη στο κόστος δανεισμού.
Ο Γιάννης Στουρνάρας επανέλαβε ότι μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος είχε προβλέψει μείωση της διαφοράς απόδοσης των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών κατά περίπου 70 μονάδες βάσης. Έκτοτε, το περιθώριο έχει υποχωρήσει κατά περίπου 60 μονάδες βάσης. Η αγορά πλέον τιμολογεί την Ελλάδα πιο κοντά σε χώρες με αξιολόγηση Α, παρά σε εκείνες της κατηγορίας ΒΒΒ, χωρίς αυτό να προδικάζει μελλοντικές αποφάσεις των οίκων αξιολόγησης. Καθοριστικοί παράγοντες για τις αναβαθμίσεις, όπως πρόσθεσε, υπήρξαν τα βιώσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα, η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους και η μείωση του πολιτικού κινδύνου.
Οι προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος υποδεικνύουν ότι η ευνοϊκή πορεία του χρέους είναι δυνατόν να διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα, καθώς το κόστος εξυπηρέτησής του αναμένεται να παραμείνει χαμηλότερο από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Ο Διοικητής αναφέρθηκε επίσης στον ευρύτερο ευρωπαϊκό ρόλο των οίκων αξιολόγησης. Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει την εμβάθυνση των κεφαλαιαγορών και την ενίσχυση της χρηματοδότησης μέσω αγορών, οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις μπορούν να περιορίσουν την ασυμμετρία πληροφόρησης και να διευκολύνουν τη διασυνοριακή ροή κεφαλαίων. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να ενισχύσει τη διεθνή της θέση μέσω κοινών εκδόσεων ασφαλών ομολόγων. Η Scope, σημειώνεται, είναι ο πρώτος ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης που έχει λάβει αποδοχή από το Ευρωσύστημα στο πλαίσιο του ECAF.
Ο Γιάννης Στουρνάρας κατέληξε αναφέροντας ότι παρατηρείται αλλαγή και στη στάση των ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες πλέον επιδιώκουν θετικές αξιολογήσεις για να διευκολύνουν την πρόσβασή τους στις αγορές. Αυτή η εξέλιξη, όπως επισήμανε, μπορεί να συμβάλει στη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης της οικονομίας και να στηρίξει την Ευρωπαϊκή Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
