15/07/2026

Πώς οι Φυσικές Καταστροφές Μεταμορφώνουν την Έννοια του «Σπιτιού» και την Αντιμετώπιση των Κοινοτήτων

«Δεν θα έφευγα ποτέ από εδώ. Είναι η ρίζα μου, το σπίτι μου, η περιοχή μου. Να πάω πού;». «Ο μεγαλύτερος φόβος είναι ότι θα ξαναγίνει μια αντίστοιχη, ίσως και χειρότερη, καταστροφή». «Το συναίσθημα που επικρατεί είναι η ανασφάλεια». Δεν πρόκειται για αποσπάσματα της ίδιας ιστορίας. Είναι μαρτυρίες ανθρώπων με κοινό όμως σημείο αναφοράς: την

Πάνω από 2.000 άδειες επισκευής κτιρίων εκδόθηκαν τους τελευταίους μήνες για την αποκατάσταση των επιπτώσεων του Daniel

«Δεν θα έφευγα ποτέ από εδώ. Είναι η ρίζα μου, το σπίτι μου, η περιοχή μου. Να πάω πού;». «Ο μεγαλύτερος φόβος είναι ότι θα ξαναγίνει μια αντίστοιχη, ίσως και χειρότερη, καταστροφή». «Το συναίσθημα που επικρατεί είναι η ανασφάλεια». Αυτά δεν είναι αποσπάσματα από την ίδια ιστορία, αλλά μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν μια φυσική καταστροφή. Μια εμπειρία που όχι μόνο τους στέρησε την κατοικία τους, αλλά ανέτρεψε την ίδια την αίσθηση του «σπιτιού». Αυτήν ακριβώς τη διάσταση ανέδειξε μια έρευνα πεδίου στο πλαίσιο του έργου «Βοηθώντας τα σπιτικά να γίνουν ανθεκτικά στην πληττόμενη από τα ακραία κλιματικά φαινόμενα Ελλάδα» (Helping Homes), που υλοποιεί ο Οργανισμός INZEB με τη συγχρηματοδότηση του European Climate Foundation.

Η έρευνα, εστιάζοντας στις πληγείσες περιοχές της Θεσσαλίας από τις πλημμύρες «Ντάνιελ» και στο Αρκαλοχώρι της Κρήτης από τον σεισμό, αποκάλυψε κοινά μοτίβα στις κοινωνικές, ψυχολογικές και στεγαστικές επιπτώσεις των φυσικών καταστροφών, ανεξαρτήτως της αιτίας τους. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η απώλεια της κατοικίας αποσταθεροποιεί την καθημερινότητα και επηρεάζει την ψυχολογία, ειδικά ως προς το αίσθημα ασφάλειας και τη συνέχεια της ζωής. Η παρατεταμένη προσωρινή διαβίωση, σε συνθήκες φιλοξενίας, προσωρινούς οικίσκους ή μερικώς κατεστραμμένες οικίες, αποδυναμώνει σταδιακά την κοινωνική ανθεκτικότητα.

Στους νεότερους κατοίκους, η τάση φυγής προς τα αστικά κέντρα εντείνεται, ενώ στους ηλικιωμένους εδραιώνεται το αίσθημα εγκατάλειψης και ο φόβος για το μέλλον.

«Το να έχει κάποιος ένα μέρος να μείνει δεν συνεπάγεται ότι έχει και το σπίτι του», εξηγεί η πολιτική επιστήμονας και μέλος της ομάδας του έργου “ Helping Homes”, Αλεξάνδρα Πολιτάκη. Η ίδια επισημαίνει ότι οι απαντήσεις των πληγέντων σχετικά με το τι σημαίνει κατοικία και σπίτι ήταν συντριπτικά συναισθηματικής φύσεως. «Μίλησαν για μνήμες, για τα παιδιά που επέστρεφαν στο σπίτι, για τις γιορτές, για τη χαρά. Η έννοια του σπιτιού δηλαδή παρουσιάζεται με έναν συντριπτικό τρόπο σαν μία συναισθηματική επένδυση. Δεν περιέγραψαν ποτέ το σπίτι τους με όρους μεγέθους ή κοινωνικού κύρους», σημειώνει.

Η κ. Πολιτάκη αναφέρει ότι η ομάδα εστίασε σε πληγέντες που έχασαν την κατοικία τους και αναγκάστηκαν να ζήσουν προσωρινά σε άλλες συνθήκες. «Εκεί βλέπουμε ότι, ενώ έχει λυθεί με έναν τρόπο πολύ μερικό και πολύ πρόχειρο το ζήτημα της διαμονής, δεν έχει αποκατασταθεί με κανέναν τρόπο η έννοια του σπιτιού. Αυτό το διαφοροποιεί πάρα πολύ», τονίζει.

Οι καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία οδήγησαν κάποιους κάτοικους να τροποποιήσουν τις κατοικίες τους. «Πολλοί έχουν διαμορφώσει διαφορετικά τα σπίτια τους. Σήκωσαν τα πατώματα πιο ψηλά, έχτισαν κάτω από τα κρεβάτια και τα τραπέζια, ώστε όλα να βρίσκονται ψηλότερα σε περίπτωση που συμβεί ξανά κάτι αντίστοιχο. Διαμορφώνεται συνολικά διαφορετικά η ζωή μετά από μία τόσο μεγάλη φυσική καταστροφή», περιγράφει η Άννα Κακαράτζα, δημότισσα στο Μουζάκι Καρδίτσας και κοινωνική λειτουργός.

Οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν και την καθημερινότητα. «Όταν προβλέπονται έντονες βροχοπτώσεις, πολλοί δεν θα αφήσουν πλέον το αυτοκίνητό τους σε χαμηλό σημείο, θα φροντίσουν τα ζώα τους, θα σκεφτούν διαφορετικά κάθε κίνηση. Υπάρχουν άλλες προτεραιότητες πλέον», αναφέρει.

Οι διαφορές στις νεότερες και στις μεγαλύτερες ηλικίες

Όσον αφορά τη διαφοροποίηση στους νεότερους και τους ηλικιωμένους, η κ. Πολιτάκη εξηγεί ότι στις νέες ηλικίες ήταν έντονη η τάση της αποχώρησης και της μόνιμης εγκατάστασης σε κοντινές πόλεις, «σε μεγαλύτερα σχήματα που φαντάζουν και πιο ασφαλή».

«Αντίθετα οι ηλικιωμένοι άνθρωποι δεν μας λένε στην έρευνα αυτή ότι θέλουν να φύγουν. Αλλά από την άλλη ασφαλώς μειώνεται και η ελπίδα επιστροφής στο σπίτι. Όχι στην κατοικία και στη συνθήκη κατοικίας, αλλά στο σπίτι σε κάτι πολύ βαθύτερο και σε κάτι μεγαλύτερο. Αυξάνεται το αίσθημα της εγκατάλειψης. Έχουν μείνει μόνοι. Γιατί όταν έχουμε ανθρώπους που ζουν σε προσωρινούς οικισμούς, δηλαδή σε κοντέινερς υπάρχει μία αποκοπή από το ευρύτερο φιλικό ή συγγενικό περιβάλλον. Το να μένεις κάπου μακριά και η σχέση μαζί τους να παίρνει τη μορφή επίσκεψης, αυτό μπορεί επίσης να βιώνεται ως εγκατάλειψη, ειδικά σε αυτή την ηλικία. Και φυσικά είναι πολύ απαισιόδοξοι για το μέλλον», υπογραμμίζει η κ. Πολιτάκη, προσθέτοντας ότι για εκείνους το σπίτι αποτελεί μία ευρύτερη συνθήκη ασφάλειας και προστασίας. «Επομένως, φοβούνται ότι δεν θα προλάβουν να γυρίσουν ξανά σε αυτό που για εκείνους είναι σπίτι. Και αυτό ήταν ίσως από τα πιο σκληρά πράγματα που ακούσαμε», σημειώνει.

Ένας ακόμη παράγοντας που εξετάζεται είναι η ερημοποίηση ενός τόπου και η απώλεια της δυναμικής της κοινωνικής ζωής υπό το πρίσμα της απομόνωσης. «Η ερήμωση των τόπων δεν αποτελεί μόνο ποσοτικό ζήτημα. Όταν οι νέοι κάτοικοι φεύγουν ή τελικά προβαίνουν σε μόνιμη εγκατάσταση σε άλλες κοντινότερες πόλεις, ο τόπος ερημώνεται γιατί χάνεται η δυναμική του σε όλα τα πεδία. Χάνεται η δυναμική της κοινωνικής ζωής. Μειώνεται η κοινωνική συναναστροφή. Μειώνεται η σχέση ανάμεσα στις δύο γενιές και τελικά αποδυναμώνεται η ανθεκτικότητα της κοινωνίας. Έχουμε αποδυναμωμένες ή μη ανθεκτικές πια κοινωνίες ή τοπικές κοινότητες», υπογραμμίζει.

Μετατόπιση των προτεραιοτήτων σε σχέση με την κατοικία

Ένα σημαντικό στοιχείο που αναδεικνύεται είναι η μετατόπιση των προτεραιοτήτων σε σχέση με την κατοικία. Στα ευρήματα της έρευνας, καταγράφεται μια σημαντική κοινωνική μεταβολή: ενώ στο παρελθόν το μεγάλο σπίτι συνδεόταν με το κοινωνικό status, πλέον οι πολίτες προκρίνουν τη δημιουργία μικρότερων, αλλά ασφαλέστερων και περισσότερο ανθεκτικών κατοικιών απέναντι στην κλιματική κρίση. «Δεν μας είπαν ποτέ ότι θέλουν ένα μεγαλύτερο ή ένα διώροφο σπίτι. Μίλησαν για ένα σπίτι ασφαλές, μικρότερο, λειτουργικό. Θέλουμε σπίτια ασφαλή απέναντι στα ακραία φαινόμενα, με διαφορετικό σχεδιασμό και διαφορετικά υλικά. Αυτή είναι μια πολύ μεγάλη μετατόπιση», τονίζει η κ. Πολιτάκη, σημειώνοντας ότι η ασφάλεια αποτελεί πλέον βασικό κριτήριο.

Την ίδια αλλαγή διαπιστώνει και ο διαχειριστής της ΑΜΚΕ ΙΤΑΜΟΣ, Θωμάς Καλαμπαλίκης. «Παλιότερα λέγαμε “σπίτι μου, σπιτάκι μου, φωλίτσα μου”. Τώρα ούτε αυτό δεν είναι σίγουρο πλέον. Έχει προστεθεί ένα ακόμη άγχος σε μια ήδη αγχωτική ζωή. Πλέον αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τους ανθρώπους είναι η ασφάλεια της κατοικίας τους», αναφέρει και προσθέτει ότι η αγωνία έχει αποκτήσει μόνιμη θέση στις ζωές των κατοίκων.

Σε ερώτηση για το τι θα «έκανε καλύτερη τη ζωή των πληγέντων», οι απαντήσεις ήταν συντριπτικά η ανάκτηση του σπιτιού τους.

Φόβος, ανασφάλεια και τραύμα – Ανάγκη για διαρκή ψυχική φροντίδα

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ανάγκη για διαρκή ψυχική φροντίδα των πληγέντων. Όπως εκφράζουν οι ίδιοι, ο φόβος και η ανασφάλεια συνεχίζουν να κυριαρχούν στις ζωές τους. «Το τραύμα έχει μείνει, οι πληγές είναι ακόμη ανοιχτές», αναφέρουν χαρακτηριστικά κάτοικοι, γεγονός που καθιστά αναγκαία την παροχή μακροχρόνιας ψυχολογικής υποστήριξης για την ανάκαμψη της κοινότητας.

Η κ. Πολιτάκη τονίζει ότι το ζήτημα της ανθεκτικότητας των κοινοτήτων και της ψυχικής φροντίδας είναι καίριο. «Η ψυχική φροντίδα που προσφέρθηκε σε μια πολύ βαριά τραυματισμένη κοινωνία ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με το τραύμα. Εκεί πρέπει οπωσδήποτε να σχεδιαστεί όλο εκ νέου και διαφορετικά. Όπως πρέπει να σχεδιάσουμε διαφορετικά τα σπίτια για την ανθεκτικότητα, πρέπει να φροντίσουμε και διαφορετικά τους ανθρώπους. Η ανθρώπινη ανθεκτικότητα και η ανθεκτικότητα των κοινοτήτων είναι μια σύνθετη κατάσταση, μεν, αλλά που δεν φαίνεται να υπάρχει σε καμία από τις δύο περιοχές. Δηλαδή, τρία χρόνια μετά και πέντε χρόνια μετά δεν βλέπουμε ανθεκτικές κοινότητες. Δεν είναι ανθεκτικές κοινότητες, είναι κοινότητες που έχουν επιζήσει του τραύματος, αλλά δεν μπόρεσαν ούτε έγκαιρα ούτε αποτελεσματικά να αποκατασταθούν οι βασικές δομές και οι λειτουργίες τους», σημειώνει.

Πολιτικές για πιο ανθεκτικές κοινωνίες

Οι πολιτικές που θα πρέπει να αναπτυχθούν χρειάζεται να στηρίζονται σε τρεις βασικούς άξονες: πρόληψη, άμεση επέμβαση και αποκατάσταση.

Σχετικά με την πρόληψη, η ομάδα του έργου προτείνει ο προληπτικός σχεδιασμός να περιλαμβάνει την καταγραφή (χαρτογράφηση) της κοινωνικής ευαλωτότητας και των χωρικών ανισοτήτων κάθε περιοχής, την ενημέρωση και προετοιμασία του πληθυσμού, την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας του οικιστικού αποθέματος, την καταγραφή των φορέων και του είδους της βοήθειας που μπορούν να προσφέρουν, και τη σύνδεση των τοπικών σχεδίων με το Εθνικό Σχέδιο Πολιτικής Προστασίας.

Όσον αφορά την αποκατάσταση, προτείνεται να βασίζεται σε υπεύθυνη κεντρική, δίκαιη και σε βάθος πληροφόρηση, σαφείς και σύντομες διαδικασίες, ισότιμη πρόσβαση στην πληροφορία και στις διαδικασίες στήριξης, σχεδιασμό μέτρων και πολιτικών στήριξης, καθώς και στην αξιολόγησή τους.

Η ομάδα του έργου “Helping Homes” επισημαίνει ότι τα ευρήματα και οι προτάσεις πολιτικής ευθυγραμμίζονται με τις βασικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβάλλοντας σε μια δίκαιη, κοινωνικά συμπεριληπτική και κλιματικά ανθεκτική μετάβαση. Προτείνεται η αξιοποίηση αντίστοιχων εργαλείων και πολιτικών που ενισχύουν την ανθεκτικότητα και την κοινωνική συνοχή. «Τα ευρήματα του έργου φιλοδοξούν να μετατρέψουν την εμπειρία των πολιτών σε τεκμηριωμένες προτάσεις πολιτικής, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση καλύτερων πολιτικών για ανθεκτικές κοινότητες», αναφέρει η ομάδα.

Τα ευρήματα του έργου παρουσιάστηκαν σε εκδηλώσεις στο Μουζάκι Καρδίτσας και στο Ηράκλειο της Κρήτης. Παράλληλα, παρουσιάστηκε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προτάσεων πολιτικής που καλύπτει όλο τον κύκλο διαχείρισης των φυσικών καταστροφών, με στόχο τη δημιουργία ενός δικαιότερου και αποτελεσματικότερου συστήματος προστασίας των νοικοκυριών.