Η Ελλάδα πρωτοπορεί στην αποθήκευση ενέργειας: 6,8 GW σε μπαταρίες έως το 2028
Περαιτέρω συμβολή στη συγκράτηση των τιμών του ρεύματος αναμένεται με την ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας σε μπαταρίες, σε σύγκριση με τα επίπεδα που θα έφθαναν αν το σύστημα βασιζόταν σε συμβατικά καύσιμα και εισαγωγές, όπως συνέβαινε μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Η ισχύς των μονάδων αποθήκευσης (που ήταν μηδενική στην αρχή του χρόνου καθώς δεν
Η χώρα μας εισέρχεται δυναμικά στην εποχή της αποθήκευσης ενέργειας μέσω μπαταριών, μια εξέλιξη που αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά στη συγκράτηση των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος. Η σύγκριση με το παρελθόν, όπου η ενέργεια βασιζόταν σε συμβατικά καύσιμα και εισαγωγές, αναδεικνύει τη σημασία αυτής της μετάβασης.
Σήμερα, η ισχύς των μονάδων αποθήκευσης ανέρχεται σε 630 μεγαβάτ, ενώ μηδενική ήταν η συμβολή τους στην αρχή του έτους. Σύμφωνα με το κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα, η δυναμικότητα των μπαταριών θα προσεγγίσει το 1 γιγαβάτ στο τέλος του τρέχοντος έτους, θα φτάσει τα 1,5 γιγαβάτ στα μέσα του 2027 και θα ανέλθει στα 3 γιγαβάτ έως το 2028.
Μια πρόσφατη έκθεση του οίκου Aurora Energy για τον κλάδο της αποθήκευσης ενέργειας στην Ελλάδα έως το 2030, προβλέπει τα εξής:
- Στο τέλος του έτους, θα λειτουργούν μπαταρίες συνολικής ισχύος 900 μεγαβάτ (711 μεγαβάτ δίωρης διάρκειας έγχυσης και 189 μεγαβάτ τετράωρης).
- Πρόσθετα 333 μεγαβάτ θα ενταχθούν μέσω του προγράμματος «Συστήματα Αποθήκευσης στις επιχειρήσεις».
- 4,7 γιγαβάτ θα συμμετέχουν απευθείας στην αγορά, χωρίς την ανάγκη σχημάτων στήριξης, εκ των οποίων 0,9 γιγαβάτ στο δίκτυο διανομής (ΔΕΔΔΗΕ) και 3,8 γιγαβάτ στο σύστημα μεταφοράς (ΑΔΜΗΕ).
- 900 μεγαβάτ αναμένεται να προκύψουν στο πλαίσιο του νόμου 5151/2024, μέσω της μετατροπής αδειών παραγωγής συμβατικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής σε άδειες αποθήκευσης.
Ως αποτέλεσμα, το σύνολο των μονάδων αποθήκευσης αναμένεται να φτάσει τα 6,8 γιγαβάτ την επόμενη τετραετία.
Οι μπαταρίες διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη μείωση του κόστους ηλεκτροπαραγωγής, αποθηκεύοντας φθηνή ενέργεια κατά τις ώρες πλεονάσματος παραγωγής (όταν οι τιμές είναι χαμηλές, μηδενικές ή ακόμα και αρνητικές) και αποδίδοντάς την στο σύστημα όταν η ζήτηση αυξάνεται και η παραγωγή μειώνεται, για παράδειγμα όταν ο καιρός δεν ευνοεί τα φωτοβολταϊκά. Με αυτόν τον τρόπο, υποκαθιστούν τις ακριβότερες συμβατικές μονάδες φυσικού αερίου.
Όπως έχει επισημάνει ο υφυπουργός Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, η ανάπτυξη της αποθήκευσης συμβαδίζει με τη δραστική μείωση του κόστους της τεχνολογίας. Ενώ το 2010 το κόστος ήταν 1.474 δολάρια ανά κιλοβατώρα, το 2021 μειώθηκε στα 159 δολάρια και αναμένεται να φτάσει τα 108 δολάρια το 2025. Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση 32% του κόστους το 2025 σε σχέση με το 2021 και σωρευτική μείωση 93% από το 2010. Ο υφυπουργός τόνισε ότι η καθυστερημένη επιδότηση είναι ζωτικής σημασίας, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική αύξηση του κόστους, όπως συνέβη στο παρελθόν με τα φωτοβολταϊκά.
Η συνδυαστική συμβολή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της σταδιακής ανάπτυξης της αποθήκευσης έχει ήδη οδηγήσει σε σημαντική συγκράτηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, τόσο στη χονδρική όσο και στη λιανική αγορά. Στο πρώτο 15θήμερο του Ιουλίου, η μέση τιμή χονδρικής διαμορφώθηκε στα 111,67 ευρώ ανά μεγαβατώρα, παρά τις διεθνείς ενεργειακές αναταραχές και την άνοδο της τιμής του φυσικού αερίου. Παρόλο που η τιμή είναι αυξημένη σε σχέση με τον Ιούνιο (92,93 ευρώ), παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και κατατάσσεται έκτη χαμηλότερη στο ευρωπαϊκό σύστημα για το πρώτο εξάμηνο του έτους.
