Τεχνητή Νοημοσύνη στην Υγεία: Δύο Όψεις, Μία Πρόκληση για την Ενημέρωση και την Υγεία του Κοινού
Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει μπει δυναμικά στην καθημερινότητά μας. Αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς τον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε, παράγουμε και διακινούμε πληροφορίες, επηρεάζοντας πλέον και τον χώρο της υγείας. Οι εφαρμογές της μπορούν να υποστηρίξουν στη διάγνωση του νοσήματος και στην αντιμετώπισή του, στην επικοινωνία του επαγγελματία με το κοινό, να εξηγήσει δύσκολες έννοιες
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) έχει εισέλθει δυναμικά στην καθημερινότητά μας, μεταμορφώνοντας ραγδαία τον τρόπο που αναζητούμε, δημιουργούμε και μοιραζόμαστε πληροφορίες. Η επίδρασή της επεκτείνεται πλέον και στον κρίσιμο τομέα της υγείας. Οι εφαρμογές της μπορούν να προσφέρουν πολύτιμη υποστήριξη στη διάγνωση και αντιμετώπιση ασθενειών, να διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ επαγγελματιών υγείας και κοινού, να απλοποιήσουν σύνθετες έννοιες και να ενισχύσουν εκστρατείες ενημέρωσης. Ωστόσο, η ίδια τεχνολογία εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, παθολόγος Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η ΤΝ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή και διάδοση ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών για θέματα υγείας, με άμεσες συνέπειες για τη δημόσια υγεία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη Αλλάζει το Τοπίο της Παραπληροφόρησης στην Υγεία
Σύμφωνα με μια συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό BMC Public Health, η ΤΝ καθιστά ευκολότερη, ταχύτερη και πιο πειστική τη δημιουργία ψευδών αφηγήσεων. «Ένα ψευδές κείμενο σχετικά με μια θεραπεία, ένα εμβόλιο ή μια ασθένεια μπορεί πλέον να γραφτεί με «επιστημονικό» ύφος, να ενσωματώνει ψευδείς αναφορές, να φαίνεται καλά δομημένο και να παρέχει την εντύπωση αξιοπιστίας», εξηγεί η κ. Ψαλτοπούλου. «Αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό, καθώς πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να διακρίνουν αν ένα κείμενο έχει δημιουργηθεί από άνθρωπο ή από ΤΝ, αλλά και αν οι πληροφορίες που περιέχει είναι ακριβείς». Η ανασκόπηση αναδεικνύει επίσης ότι τα τρέχοντα συστήματα εντοπισμού τέτοιου περιεχομένου δεν είναι ακόμη επαρκώς αξιόπιστα. Το πρόβλημα δεν έγκειται μόνο στην ευκολία παραγωγής ψευδών πληροφοριών, αλλά και στη δυνατότητα εμφάνισής τους σε διάφορες μορφές: άρθρα, αναρτήσεις, εικόνες ή ακόμη και βίντεο που φαίνονται αληθοφανή.
Σύμφωνα με την ίδια, το πρόβλημα επιτείνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί, οι πληροφορίες συχνά διαδίδονται όχι λόγω της ακρίβειάς τους, αλλά επειδή προκαλούν φόβο, θυμό, εντύπωση ή την αίσθηση του επείγοντος. Ένα ψευδές μήνυμα υγείας μπορεί να κοινοποιηθεί χιλιάδες φορές πριν καν ένας ειδικός προλάβει να το ελέγξει. «Η ΤΝ μπορεί να παράγει πολλαπλές παραλλαγές του ίδιου ψευδούς ισχυρισμού, προσαρμοσμένες σε διαφορετικές ομάδες ανθρώπων: γονείς, ηλικιωμένους, άτομα με χρόνιες παθήσεις ή άτομα που ήδη δυσπιστούν απέναντι στους θεσμούς. Έτσι, η παραπληροφόρηση γίνεται πιο «προσωπική» και, συνεπώς, πιο πειστική. Ένα μήνυμα που απευθύνεται σε έναν νέο γονέα μπορεί να εστιάζει στον φόβο για την ασφάλεια του παιδιού, ενώ ένα άλλο, προς ηλικιωμένους, μπορεί να εκμεταλλεύεται την αγωνία για παρενέργειες ή χρόνιες παθήσεις».
Ο Εμβολιασμός: Ένα Χαρακτηριστικό Πεδίο Παραπληροφόρησης
Όπως αναφέρει η κ. Ψαλτοπούλου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο εμβολιασμός αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πεδία όπου η παραπληροφόρηση μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις. «Τα εμβόλια έχουν συμβάλει στον έλεγχο ή ακόμη και στην εξάλειψη σοβαρών ασθενειών, όπως η ευλογιά, η πολιομυελίτιδα και η ιλαρά. Παρ’ όλα αυτά, οι ψευδείς ισχυρισμοί για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους συνεχίζουν να επηρεάζουν αποφάσεις. Όταν κάποιος διαβάζει επανειλημμένα ότι ένα εμβόλιο είναι «επικίνδυνο», «πειραματικό» ή «κρύβει συμφέροντα», μπορεί να αρχίσει να αμφιβάλλει, ακόμη κι αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα. Η επανάληψη παίζει σημαντικό ρόλο: όσο πιο συχνά συναντάμε έναν ισχυρισμό, τόσο πιο οικείος και αληθοφανής μπορεί να μας φαίνεται. Αυτή η διστακτικότητα δεν επηρεάζει μόνο το άτομο, αλλά και την κοινότητα, καθώς μειώνει τη συλλογική προστασία».
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως Μέρος της Λύσης
Παρόλα αυτά, μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Vaccine υποδεικνύει ότι η ΤΝ δεν αποτελεί μόνο μέρος του προβλήματος, αλλά μπορεί να συμβάλει και στην επίλυσή του. Η μελέτη διερεύνησε κατά πόσον μηνύματα που δημιουργούνται με τη βοήθεια ΤΝ μπορούν να διορθώσουν λανθασμένες πεποιθήσεις σχετικά με τα εμβόλια. Σε πείραμα με 1.435 ενήλικες στις ΗΠΑ, διαπιστώθηκε ότι ορισμένα διορθωτικά μηνύματα δημιουργημένα από την ΤΝ μείωσαν τις λανθασμένες πεποιθήσεις, ιδίως όταν προσαρμόζονταν σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας, όπως η εξωστρέφεια. Αυτό σημαίνει ότι η ορθή ενημέρωση μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματική όταν λαμβάνει υπόψη το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Ωστόσο, τα μηνύματα που στόχευαν άτομα με έντονες ψευδοεπιστημονικές πεποιθήσεις δεν ήταν πάντα αποτελεσματικά και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσαν να έχουν αντίθετο αποτέλεσμα, εξηγεί η καθηγήτρια του ΕΚΠΑ. «Αυτό μας δείχνει ότι ο τρόπος επικοινωνίας έχει μεγάλη σημασία. Ένα μήνυμα που εκλαμβάνεται ως επιθετικό, ειρωνικό ή περιφρονητικό μπορεί να ωθήσει ένα άτομο να εμμένει περισσότερο στις απόψεις του. Αντίθετα, ένα μήνυμα που αναγνωρίζει τις ανησυχίες, εκφράζεται με σεβασμό και εξηγεί με σαφήνεια τα δεδομένα έχει περισσότερες πιθανότητες να βοηθήσει. Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται ότι η δημόσια υγεία απαιτεί όχι μόνο επιστημονική ακρίβεια, αλλά και επικοινωνιακή ευαισθησία. Οι άνθρωποι συχνά δεν απορρίπτουν τα εμβόλια επειδή «δεν θέλουν να μάθουν», αλλά επειδή φοβούνται, μπερδεύονται ή δεν εμπιστεύονται τις πηγές πληροφόρησης», τονίζει η κ. Ψαλτοπούλου.
Καταλήγει ότι η ΤΝ, λοιπόν, είναι ένα ισχυρό εργαλείο. Μπορεί να πολλαπλασιάσει την παραπληροφόρηση, αλλά και να συμβάλει στη σωστή ενημέρωση, εφόσον χρησιμοποιείται με έλεγχο, διαφάνεια και ανθρώπινη επίβλεψη. «Στον χώρο της υγείας, και ειδικότερα στον εμβολιασμό, το ζητούμενο δεν είναι να φοβηθούμε την τεχνολογία, αλλά να τη χρησιμοποιήσουμε υπεύθυνα, με στόχο την προστασία της εμπιστοσύνης και της δημόσιας υγείας. Αναμφίβολα, η ΤΝ μπορεί να είναι ένας συμπαραστάτης και όχι υποκατάστατο του επαγγελματία υγείας, καθώς δεν μπορεί να διενεργήσει την κλινική εξέταση, ούτε να συνταγογραφήσει και να υπογράψει για φαρμακευτική ή άλλη αγωγή, αναλαμβάνοντας και την αντίστοιχη νομική ευθύνη».
