05/07/2026

Εθνική Στρατηγική για το Νερό: Η Ελλάδα υιοθετεί μια Ολιστική Προσέγγιση για τη Βιώσιμη Διαχείριση των Υδάτινων Πόρων

Στον πυρήνα του εθνικού σχεδιασμού της χώρας περνά πλέον το νερό, με την κυβέρνηση να θέτει σε εφαρμογή μια ολοκληρωμένη ολιστική πολιτική για την προστασία και τη βιώσιμη διαχείριση ενός δημόσιου αγαθού που αποτελεί θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής, της οικονομικής ανάπτυξης και της περιβαλλοντικής ισορροπίας. Σε μια περίοδο κατά την οποία η κλιματική κρίση δημιουργεί

Υπεγράφη από την Περιφέρεια Αττικής η σύμβαση για το έργο υδροδότησης της Κινέτας

Το νερό βρίσκεται πλέον στον πυρήνα του εθνικού σχεδιασμού, καθώς η κυβέρνηση εφαρμόζει μια ολοκληρωμένη και ολιστική πολιτική για την προστασία και τη βιώσιμη διαχείριση αυτού του δημόσιου αγαθού. Το νερό αποτελεί θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής, της οικονομικής ανάπτυξης και της περιβαλλοντικής ισορροπίας.

Σε μια περίοδο όπου η κλιματική κρίση ασκεί αυξανόμενες πιέσεις, με φαινόμενα λειψυδρίας, παρατεταμένων ξηρασιών και ακραίων πλημμυρικών επεισοδίων, η Ελλάδα προχωρά σε μια στρατηγική αλλαγή προσέγγισης. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στις 23 Ιουνίου, έθεσε σε δημόσια διαβούλευση την «Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα». Πρόκειται για ένα νέο, ολοκληρωμένο πλαίσιο που στοχεύει να μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο η χώρα σχεδιάζει, προστατεύει και αξιοποιεί τους υδατικούς της πόρους.

Αυτή η πρώτη στρατηγική εθνικής εμβέλειας καθορίζει με σαφήνεια τις προτεραιότητες της χώρας για το νερό. Συνδέει την προστασία των υδάτινων συστημάτων με την κλιματική προσαρμογή, την τεχνολογική αναβάθμιση, τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματικότερη λειτουργία των υπηρεσιών ύδατος. Η νέα αυτή προσέγγιση βασίζεται στην παραδοχή ότι η επάρκεια και η ποιότητα του νερού είναι προαπαιτούμενα για τη δημόσια υγεία, την αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό, την επιχειρηματικότητα και, γενικότερα, για τη βιώσιμη ανάπτυξη κάθε περιοχής.

Η κυβέρνηση θέτει ως κεντρικό στόχο την υδατική ασφάλεια της χώρας, υιοθετώντας ένα μοντέλο διαχείρισης που στηρίζεται στην πρόληψη, την επιστημονική γνώση και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα. Η νέα Στρατηγική αντιμετωπίζει χρόνιες αδυναμίες, όπως ο διοικητικός κατακερματισμός, η αποσπασματικότητα των παρεμβάσεων και η ανάγκη για καλύτερο συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων.

Οι Τρεις Πυλώνες της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα

Η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα οργανώνεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:

  • Νερό ως εγγύηση ζωής, υγείας και ευημερίας: Η Πολιτεία δεσμεύεται να διασφαλίζει την πρόσβαση όλων των πολιτών σε επαρκές και ποιοτικό νερό, προστατεύοντας παράλληλα τα υδάτινα οικοσυστήματα και τη φυσική ισορροπία κάθε περιοχής.
  • Κλιματική θωράκιση της χώρας: Η νέα στρατηγική μετατοπίζει το βάρος από την αντιμετώπιση των κρίσεων στην πρόληψη και την προετοιμασία. Στόχος είναι η Ελλάδα να διαθέτει μηχανισμούς έγκαιρης αντίδρασης σε φαινόμενα λειψυδρίας και ακραίων πλημμυρών.
  • Σύγχρονη διακυβέρνηση του νερού: Η ψηφιοποίηση, η αξιοποίηση δεδομένων, η διαφάνεια και η ενίσχυση των θεσμών αποτελούν βασικά εργαλεία για μια νέα εποχή στη διαχείριση των υδάτινων πόρων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από το ΥΠΕΝ στην ανάγκη δημιουργίας ισχυρότερων και αποτελεσματικότερων παρόχων υπηρεσιών ύδατος, ώστε οι υποδομές να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες των πολιτών και στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής.

Από τον Σχεδιασμό στην Πράξη

Η πολιτική του ΥΠΕΝ συνοδεύεται από συγκεκριμένες επενδύσεις και έργα υποδομής. Μια ημέρα μετά την παρουσίαση της Εθνικής Στρατηγικής, στις 24 Ιουνίου, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, υπέγραψε αποφάσεις για την ένταξη νησιωτικών και ηπειρωτικών δήμων στο πρόγραμμα «Παρεμβάσεις παροχής πόσιμου νερού και διαχείρισης υδάτων» του Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης του ΥΠΕΝ.

Ήδη, έχουν υπογραφεί αποφάσεις για 25 δήμους, που αφορούν σε 33 έργα συνολικού προϋπολογισμού άνω των 41 εκατομμυρίων ευρώ. Την επόμενη εβδομάδα αναμένεται νέα απόφαση για δήμους της Πελοποννήσου, καλύπτοντας περίπου το 10% των δήμων της χώρας.

Τα νέα αυτά έργα θα υδροδοτήσουν περιοχές που σήμερα είτε δεν έχουν σύνδεση με το δίκτυο, είτε χρησιμοποιούν άτυπα ιδιωτικά δίκτυα. Αντιμετωπίζεται το πρόβλημα των απωλειών από πεπαλαιωμένα δίκτυα αμιάντου, που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει το 60-70%. Προβλέπεται άνοιγμα νέων γεωτρήσεων, επέκταση δικτύων, κατασκευή μονάδων αφαλάτωσης και νέων δεξαμενών ύδρευσης.

Από την Πολυδιάσπαση στην Αποτελεσματικότητα

Παράλληλα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προωθεί μια καινοτόμο μεταρρύθμιση για τη δημιουργία ενός βιώσιμου, ολιστικού μοντέλου διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Τις επόμενες ημέρες, αναμένεται να εισαχθεί στη Βουλή ένα νέο νομοσχέδιο για τη διαχείριση των υδάτων. Κεντρικός άξονας είναι η συνένωση 60 παρόχων υπηρεσιών ύδατος με την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, με στόχο την καλύτερη προστασία των υδάτινων πόρων, την ολιστική τους διαχείριση, την αναβάθμιση των δικτύων και τη διασφάλιση υψηλής ποιότητας και οικονομικά προσιτού νερού για όλους.

Εντυπωσιακά Στοιχεία για την Πολυδιάσπαση

Στην Ελλάδα, υπάρχουν περισσότεροι από 735 φορείς με αρμοδιότητες στη διαχείριση υδάτων, σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου υπάρχει ένας εθνικός φορέας (Ιρλανδία, Πολωνία) ή λιγότερες αρχές (Τσεχία – πέντε).

Η έκταση της πολυδιάσπασης είναι εμφανής και στην Αττική: Από τους 62 δήμους, οι 36 υδρεύονται από την ΕΥΔΑΠ. Οι 16 δήμοι έχουν 40 δημοτικές ενότητες, καθεμία με διαφορετικό καθεστώς ύδρευσης. Σε 4 δήμους, το νερό προέρχεται από την ΕΥΔΑΠ, αλλά τα δίκτυα ανήκουν στους δήμους. Τέλος, σε 3 δήμους εφαρμόζεται μεικτό σύστημα, με κάποιες περιοχές να καλύπτονται από την ΕΥΔΑΠ και άλλες από ιδιωτικά ή δημοτικά δίκτυα.

Αυτή η πολυδιάσπαση δημιουργεί αλληλεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων, δυσχεραίνει τον ενιαίο σχεδιασμό, αυξάνει το λειτουργικό κόστος και επιβραδύνει την υλοποίηση κρίσιμων έργων υποδομής. Σε ορισμένα δίκτυα, οι απώλειες νερού εκτιμάται ότι φτάνουν έως και το 70%, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για εκσυγχρονισμό και καλύτερη διαχείριση αυτού του πολύτιμου φυσικού πόρου.

Στόχοι της Μεταρρύθμισης

Ο κεντρικός στόχος της μεταρρύθμισης είναι η υιοθέτηση ενός ολιστικού σχεδιασμού, ώστε να διασφαλιστεί η πρόσβαση όλων σε προσιτό, ποιοτικό νερό και η επάρκεια του για τις επόμενες γενιές. Βασικοί άξονες της νέας στρατηγικής περιλαμβάνουν την αντιμετώπιση των διαρροών, την αναβάθμιση των δικτύων, την ενίσχυση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων (σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας) και την προστασία του περιβάλλοντος.

Ένα σημαντικό στοιχείο του σχεδίου είναι η αξιοποίηση της τεχνογνωσίας της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, σε συνδυασμό με τη γνώση των τοπικών φορέων για τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Η συνένωση αυτή αποσκοπεί στο να συνδυάσει την εμπειρία μεγάλων οργανισμών με την τοπική γνώση, δημιουργώντας ένα πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό μοντέλο διοίκησης.

Η μεταρρύθμιση φιλοδοξεί να δώσει λύσεις και σε διαχρονικά προβλήματα στελέχωσης. Η υποστελέχωση πολλών δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης, ιδίως σε εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και μηχανικούς, περιορίζει την υλοποίηση σύνθετων τεχνικών έργων. Μέσα από τα μεγαλύτερα οργανωτικά σχήματα, δημιουργούνται προϋποθέσεις για οικονομίες κλίμακας, ευελιξία στις προσλήψεις, καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και αποτελεσματικότερη λειτουργία των υπηρεσιών.

Προσέλκυση Χρηματοδότησης και Κοινωνική Δικαιοσύνη

Η νέα δομή αναμένεται να ενισχύσει την προσέλκυση χρηματοδοτήσεων και την υλοποίηση επενδύσεων σε δίκτυα ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση κοινωνικά δίκαιων τιμολογίων και στην προστασία των ευάλωτων καταναλωτών μέσω ειδικών κοινωνικών πολιτικών.

Η μεταρρύθμιση δεν περιορίζεται σε μια διοικητική αναδιάρθρωση, αλλά αποτελεί μια συνολική προσπάθεια μετάβασης από την πολυδιάσπαση στην αποτελεσματικότητα. Με κοινό σχεδιασμό, ενιαία στρατηγική και καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων, στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι το νερό θα παραμείνει ένα ποιοτικό, ασφαλές και οικονομικά προσιτό δημόσιο αγαθό για όλους.

Η ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων είναι προϋπόθεση τόσο για την προστασία του περιβάλλοντος όσο και για τη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Τελικό ζητούμενο είναι η κληροδότηση στις επόμενες γενιές ενός συστήματος διαχείρισης αντάξιου της σημασίας του πολυτιμότερου φυσικού πόρου της χώρας.