ΙΕΛΚΑ: Η ετήσια δαπάνη για είδη παντοπωλείου πλησιάζει τα 26 δισ. ευρώ – Αναλυτικά στοιχεία
Η συνολική ετήσια δαπάνη για είδη παντοπωλείου σε όλα τα κανάλια πώλησης ανήλθε σχεδόν στα 25,7 δισ. ευρώ, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από έρευνα του ΙΕΛΚΑ. Από αυτό το ποσό, το μεγαλύτερο μέρος, περίπου 18,1 δισ. ευρώ, αφορά είδη διατροφής. Επιπλέον, 1,0 δισ. ευρώ δαπανήθηκε για μη αλκοολούχα ποτά και 1,6 δισ. ευρώ για αλκοολούχα ποτά.
Εκτός από τα τρόφιμα, ένα σημαντικό κομμάτι του καταναλωτικού καλαθιού περιλαμβάνει και μη τρόφιμα. Συγκεκριμένα, 1,7 δισ. ευρώ διατέθηκαν για είδη οικιακής φροντίδας και 2,3 δισ. ευρώ για είδη προσωπικής φροντίδας. Αυτά τα στοιχεία αναδεικνύουν το εύρος των αγορών που πραγματοποιούν τα ελληνικά νοικοκυριά μέσω των καταστημάτων λιανικής πώλησης ειδών παντοπωλείου, καλύπτοντας ανάγκες πέραν της διατροφής.
<!– /118338042/Enikonomia.gr300×250Inline1 –>
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η εκτίμηση των 25,7 δισ. ευρώ αφορά αποκλειστικά τη δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών. Δεν περιλαμβάνεται η πρόσθετη δαπάνη των περίπου 40 εκατομμυρίων ξένων επισκεπτών στη χώρα, η οποία εκτιμάται ότι ξεπερνάει το 1,5 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΕΛΚΑ, η μέση ετήσια κατά κεφαλήν δαπάνη διαμορφώθηκε το 2025 στα 9.216 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 5,5% σε σχέση με το 2024. Η δαπάνη για είδη παντοπωλείου ανά άτομο ανήλθε σε 2.433 ευρώ, με μικρότερη αύξηση 3,9%. Αναλυτικότερα, η δαπάνη για είδη διατροφής αυξήθηκε κατά 4,1%, για μη αλκοολούχα ποτά κατά 3,6% και για αλκοολούχα ποτά κατά 8,1%. Στην κατηγορία των μη τροφίμων, η δαπάνη για είδη οικιακής φροντίδας παρουσίασε αύξηση 8,7%, ενώ για είδη προσωπικής φροντίδας καταγράφηκε μείωση 2,9%.
Η αύξηση της δαπάνης για είδη παντοπωλείου το 2025 ήταν, επομένως, χαμηλότερη τόσο από τη συνολική αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης (+5,5%) όσο και από την αύξηση των καθαρών αποδοχών σε δύο ενδεικτικά νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, οι καθαρές αποδοχές ενός άγαμου χωρίς παιδιά με μέσες αποδοχές αυξήθηκαν κατά 7,3% το 2025, ενώ σε ένα ζευγάρι με δύο εργαζόμενους και δύο παιδιά, οι αποδοχές τους αυξήθηκαν κατά 9,4%. Αντίθετα, παρατηρήθηκαν μεγαλύτερες πιέσεις σε άλλες βασικές κατηγορίες του οικογενειακού προϋπολογισμού, με τη δαπάνη για στέγαση να αυξάνεται κατά 8,3%, το ενοίκιο κατά 14,4% και την εστίαση κατά 6,1%.
<!– /118338042/Enikonomia.gr300×250Inline2 –>
Η σύγκριση καταδεικνύει ότι το 2025 η δαπάνη για είδη παντοπωλείου αυξήθηκε με σημαντικά χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με τις καθαρές αποδοχές των δύο ενδεικτικών τύπων νοικοκυριού. Παράλληλα, οι μεταβολές στις επιμέρους δαπάνες δεν είναι ομοιόμορφες, με τις υψηλότερες αυξήσεις να εντοπίζονται κυρίως στο κόστος στέγασης και, ιδιαίτερα, στα ενοίκια.
Αναδιάρθρωση της καταναλωτικής δαπάνης
Η έρευνα του ΙΕΛΚΑ αποτυπώνει μια σημαντική αναδιάρθρωση της καταναλωτικής δαπάνης κατά την τελευταία δεκαεπταετία. Η συνολική ετήσια κατά κεφαλήν δαπάνη παρουσίασε έντονη πτώση κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, από 9.518 ευρώ το 2008 σε χαμηλό 6.267 ευρώ το 2020. Στη συνέχεια, ανέκαμψε, φτάνοντας το 2025 τα 9.216 ευρώ, χωρίς ωστόσο να έχει επανέλθει σε ονομαστικούς όρους στα επίπεδα του 2008. Οι επιμέρους κατηγορίες παρουσίασαν διαφορετικές πορείες. Η δαπάνη για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά αποδείχθηκε πιο ανθεκτική κατά την περίοδο της κρίσης, ενώ τα τελευταία χρόνια καταγράφει ανοδική τάση. Ιδιαίτερα αισθητή είναι η αύξηση της δαπάνης για στέγαση και εστίαση μετά το 2020 και την πανδημία.
Η σύγκριση με το 2008, σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, αναδεικνύει περαιτέρω τις διαφορετικές μεταβολές μεταξύ των βασικών κατηγοριών δαπάνης. Το 2025, η συνολική δαπάνη των νοικοκυριών βρίσκεται περίπου 3% χαμηλότερα από το 2008, ενώ η δαπάνη για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά είναι περίπου 20% υψηλότερη. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή στον ηλεκτρισμό, ο οποίος βρίσκεται σε επίπεδο υπερδιπλάσιο του 2008, και στα ενοίκια με αύξηση 36%. Αντίθετα, η συνολική δαπάνη για καύσιμα παραμένει κοντά στα επίπεδα της αρχής της περιόδου.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι οι πιέσεις στον οικογενειακό προϋπολογισμό δεν είναι ομοιόμορφες, αλλά έχουν μεταβληθεί σημαντικά ως προς τη σύνθεσή τους κατά την τελευταία δεκαεπταετία.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα όταν εξετάζεται η συμμετοχή κάθε κατηγορίας στον συνολικό οικογενειακό προϋπολογισμό. Το ποσοστό της δαπάνης για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά αυξήθηκε κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, κορυφώθηκε στην πανδημία το 2020 στο 23,1% (έναντι 16,4% το 2008), και έκτοτε ακολουθεί πτωτική πορεία, διαμορφούμενο το 2025 στο 20,4%. Πρακτικά, από το 2012 και μετά, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, η δαπάνη των νοικοκυριών σε τρόφιμα παραμένει περίπου στο 20-21% των συνολικών δαπανών.
Αντίθετη πορεία παρουσιάζει η στέγαση, η οποία απορροφά πλέον 14,7% της συνολικής δαπάνης (έναντι 11,8% το 2008 και 14,1% το 2023). Παράλληλα, η εστίαση έχει επανέλθει και ξεπεράσει τα προ πανδημίας επίπεδα, φτάνοντας το 10,7% της συνολικής δαπάνης το 2025. Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι τα τελευταία χρόνια αυξάνεται η σχετική επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού από τη στέγαση και την εστίαση, ενώ η συμμετοχή της διατροφής παρουσιάζει σταθεροποίηση και ελαφρά αποκλιμάκωση.
Αλλαγές στη διατροφή
Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία των αγοραζόμενων ποσοτήτων, τα οποία καταγράφουν σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση του διατροφικού καλαθιού των ελληνικών νοικοκυριών. Η σύγκριση των στοιχείων του 2025 με το 2008 και το 2015 δείχνει ότι οι μεταβολές δεν είναι ομοιόμορφες, αλλά αποτυπώνουν σημαντικές μετατοπίσεις μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων:
- Στις βασικές πηγές υδατανθράκων, η εικόνα είναι διαφοροποιημένη. Η ποσότητα ψωμιού και ειδών αρτοποιίας είναι μειωμένη κατά 12,3% σε σχέση με το 2008, ενώ αντίθετα τα δημητριακά εμφανίζουν αύξηση 32,3% και τα ζυμαρικά 10,3%. Αυτό υποδηλώνει μεταβολή της σύνθεσης των αγορών παρά ενιαία τάση περιορισμού των υδατανθράκων.
- Στις ζωικές πρωτεΐνες, παρατηρείται σαφής μετατόπιση μεταξύ κατηγοριών. Το βόειο κρέας μειώνεται κατά 29,2% σε σχέση με το 2008, τα αλλαντικά κατά 35,4%, τα ψάρια κατά 14,6% και τα θαλασσινά κατά 37,2%. Αντιθέτως, τα πουλερικά αυξάνονται κατά 31,9%, φτάνοντας τα 16,9 κιλά ανά άτομο ετησίως.
- Στα γαλακτοκομικά, καταγράφεται επίσης σημαντική αλλαγή στη σύνθεση των αγορών. Το πλήρες νωπό γάλα μειώνεται κατά 42,5% και το συντηρημένο κατά 60,0%, ενώ το γάλα χαμηλών λιπαρών αυξάνεται κατά 38,0% και το γιαούρτι κατά 31,0%. Εμφανίζονται πλέον και τα φυτικά γάλατα. Ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση παρουσιάζουν τα αυγά, κατά 66,6% σε σχέση με το 2008.
- Στα λίπη και έλαια, ξεχωρίζει η μείωση των αγοραζόμενων ποσοτήτων ελαιολάδου κατά 34,8% έναντι του 2008 και κατά 40,2% έναντι του 2015. Η εξέλιξη αυτή πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τη μεταβολή των τιμών και των καταναλωτικών συνηθειών.
- Στα φρούτα και λαχανικά, η εικόνα είναι μικτή: οι ποσότητες φρούτων μειώνονται κατά 8,9% σε σχέση με το 2008, ενώ τα λαχανικά παραμένουν ουσιαστικά σταθερά (+1,0%). Τα όσπρια αυξάνονται κατά 23,5% και οι ξηροί καρποί κατά 11,0%. Σημαντική μείωση καταγράφεται στις πατάτες (-24,2%).
- Εντυπωσιακή είναι η αλλαγή στις κατηγορίες γλυκών και έτοιμων τροφίμων. Η αγορά ζάχαρης έχει περιοριστεί κατά 53,5% σε σχέση με το 2008, ενώ αυξάνονται το μέλι και οι μαρμελάδες (+68,9%), οι σοκολάτες (+9,3%) και τα παγωτά (+20,2%).
- Παράλληλα, ιδιαίτερα ισχυρή είναι η ανάπτυξη των έτοιμων γευμάτων, από μόλις 0,24 κιλά κατά κεφαλήν το 2015 σε 3,34 κιλά το 2025, αποτυπώνοντας τη στροφή σε λύσεις μεγαλύτερης ευκολίας και ταχύτητας.
Μια πρόσθετη προσέγγιση της ανάλυσης αφορά την εκτίμηση της θερμιδικής αντιστοιχίας των ποσοτήτων που αγοράζουν τα νοικοκυριά. Με βάση ενδεικτικές μέσες θερμιδικές τιμές, οι καταγεγραμμένες αγορές αντιστοιχούν σε περίπου 1.915 kcal ημερησίως ανά άτομο το 2025, έναντι 2.149 kcal το 2015 και 2.210 kcal το 2008. Αυτό συνιστά μείωση κατά 13,3% σε σχέση με το 2008 και 10,9% σε σχέση με το 2015.
Αυτό το εύρημα δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αντίστοιχη μείωση της πραγματικής θερμιδικής πρόσληψης του πληθυσμού, σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ. Τα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών καταγράφουν αγορές και όχι την πραγματική κατανάλωση, ούτε αποτυπώνουν τη σπατάλη τροφίμων, τη διατροφή εκτός σπιτιού ή όλες τις πιθανές πηγές πρόσληψης θερμίδων. Συνεπώς, η εκτίμηση αυτή αποτελεί δείκτη της μεταβολής στη σύνθεση και τις ποσότητες του καλαθιού τροφίμων που εισέρχεται στο νοικοκυριό.
Η μεγαλύτερη αξία του δείκτη βρίσκεται στη διαχρονική σύγκριση. Η μείωση προκύπτει κυρίως από κατηγορίες με σημαντική θερμιδική συνεισφορά (ψωμί, ελαιόλαδο, ζάχαρη, τυρί, ορισμένες κατηγορίες κρέατος), ενώ αντίθετα αυξάνεται η συνεισφορά άλλων κατηγοριών (πουλερικά, γιαούρτι, αυγά, έτοιμα γεύματα).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για την παχυσαρκία. Το 2025, το 12,8% του ενήλικου πληθυσμού στην Ελλάδα καταγράφεται ως παχύσαρκο, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (16,3%). Η Ελλάδα κατέχει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, μετά την Ιταλία (7,0%), ενώ ακολουθεί η Ρουμανία (12,9%). Το στοιχείο αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον σε συνδυασμό με τις αλλαγές στη σύνθεση του διατροφικού καλαθιού. Ωστόσο, σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ των μεταβολών στις αγοραζόμενες ποσότητες τροφίμων και της εξέλιξης της παχυσαρκίας.
Συνολικά, τα στοιχεία καταγράφουν μια ουσιαστική μεταβολή του διατροφικού και καταναλωτικού προτύπου των ελληνικών νοικοκυριών την τελευταία δεκαεπταετία. Οι αλλαγές δεν είναι ενιαίες, αλλά χαρακτηρίζονται από μετατοπίσεις μεταξύ προϊόντων και κατηγοριών, καθώς οι καταναλωτές προσαρμόζουν σταδιακά το καλάθι τους στις νέες οικονομικές, κοινωνικές και διατροφικές συνθήκες. Παρά τις σημαντικές μεταβολές στις τιμές και στον οικογενειακό προϋπολογισμό, η διατροφή εξακολουθεί να απορροφά περίπου το ένα πέμπτο της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών, ποσοστό που παραμένει σχετικά σταθερό από το 2012 και μετά (με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας). Το μεγαλύτερο μέρος αφορά είδη διατροφής (περίπου 18,1 δισ. ευρώ), ενώ 1,0 δισ. ευρώ αφορά μη αλκοολούχα ποτά και 1,6 δισ. ευρώ αλκοολούχα ποτά.
