31/10/2026

Σοκ στο Πρωτοδικείο Αθηνών: 790.000 ευρώ αποζημίωση για θάνατο 23χρονης μετά από αμυγδαλεκτομή – Βαρύς πεσμένος ο πέλεκυς σε τέσσερις γιατρούς

Πρωτοδικείο Αθηνών: Αποζημίωση 790.000 ευρώ για τον θάνατο 23χρονης μετά από αμυγδαλεκτομή – Ευθύνες σε 4 γιατρούς

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών επιδίκασε αποζημίωση ύψους 790.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους συγγενείς μιας 23χρονης, η οποία έχασε τη ζωή της εξαιτίας επιπλοκής που παρουσιάστηκε μετά από επέμβαση αμυγδαλεκτομής σε ιδιωτική κλινική.

Η νεαρή γυναίκα εμφάνισε αιμορραγία και αίσθημα πνιγμονής κατά την πρώιμη μετεγχειρητική περίοδο.

Παρά τα ανησυχητικά συμπτώματα, όπως δέχθηκε το δικαστήριο, δεν πραγματοποιήθηκε η απαραίτητη κλινική εξέταση και η ασθενής έλαβε εξιτήριο χωρίς να έχει εξεταστεί από γιατρό.

Η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε ραγδαία, οδηγώντας σε βαριά ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια. Η νεαρή νοσηλεύτηκε για δύο χρόνια σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, πριν τελικά υποκύψει.

Η αγωγή που άσκησαν οι συγγενείς στράφηκε εναντίον δύο χειρουργών ωτορινολαρυγγολόγων, ενός αναισθησιολόγου, του εφημερεύοντος ιατρού, καθώς και της ιδιωτικής κλινικής.

Αιμορραγία και Εξιτήριο Χωρίς Ιατρική Αξιολόγηση: Η Κρίσιμη Παράλειψη

Στο σκεπτικό της απόφασής του, το δικαστήριο τόνισε ότι η αιμορραγία μετά από αμυγδαλεκτομή είναι μια γνωστή μετεγχειρητική επιπλοκή που απαιτεί αυξημένη επαγρύπνηση και άμεση αξιολόγηση των συμπτωμάτων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο αίσθημα πνιγμονής που ανέφερε η 23χρονη, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι το σύμπτωμα αυτό δεν θα έπρεπε να αποδοθεί απλώς στην φυσιολογική πορεία της ανάρρωσης. Αντιθέτως, ενδέχεται να υποδήλωνε αιμορραγία και να επέβαλλε την άμεση επανεκτίμησή της.

Για την ορθή αξιολόγηση της κατάστασής της, θα έπρεπε να είχε γίνει επισκόπηση του φάρυγγα με χρήση φωτισμού και γλωσσοπίεστρου, ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη αιμορραγίας και να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπεία.

Ωστόσο, σύμφωνα με την απόφαση, η αντιμετώπιση περιορίστηκε στη χορήγηση αναλγητικών και σε τηλεφωνικές οδηγίες προς την ασθενή και τους οικείους της.

Παράλληλα, της χορηγήθηκε εξιτήριο, το οποίο είχε ήδη προϋπογραφεί, χωρίς να προηγηθεί εξέταση από γιατρό, παρά τα επίμονα παράπονά της.

Το δικαστήριο έκρινε ότι οι τηλεφωνικές καθησυχαστικές συστάσεις δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσουν την αναγκαία ιατρική αξιολόγηση ή την πιθανή επανεισαγωγή της ασθενούς. Όπως αναφέρεται, θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί διαστοματική απολίνωση του αιμορραγούντος αρτηριδίου, ώστε να αντιμετωπιστεί έγκαιρα η επιπλοκή.

Η Καταλογισμός Ευθυνών σε Τέσσερις Ιατρούς

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ότι η αποκλειστική υπαιτιότητα για την εξέλιξη αυτής της τραγικής υπόθεσης ανήκε στους τέσσερις γιατρούς που ενεπλάκησαν στην περίθαλψη της νεαρής γυναίκας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην αμέλεια των δύο χειρουργών ωτορινολαρυγγολόγων. Το δικαστήριο αξιολόγησε την αμέλειά τους υπό το πρίσμα της εμπειρίας και των εξειδικευμένων γνώσεων που διέθεταν, στις οποίες και βασίστηκαν οι γονείς της ασθενούς.

Ευθύνη επιρρίφθηκε επίσης στον αναισθησιολόγο, ο οποίος είχε αναλάβει τη μετεγχειρητική παρακολούθηση, καθώς και στον εφημερεύοντα ιατρό.

Για τον εφημερεύοντα κρίθηκε ότι όφειλε να ενεργήσει με την επιμέλεια που αναμένεται από έναν συνετό γενικό ιατρό, ακόμη και αν δεν διέθετε την αντίστοιχη ειδικότητα.

Το επιχείρημα του εφημερεύοντος ότι απλώς διαβίβασε οδηγίες άλλου προσώπου απορρίφθηκε, καθώς στο νοσηλευτικό δελτίο 24ώρου αναφερόταν ως ο γιατρός που είχε αναλάβει την ασθενή.

Εφαρμογή του Άρθρου 8 του Νόμου για την Προστασία των Καταναλωτών

Για τη θεμελίωση της ιατρικής ευθύνης, το δικαστήριο εφάρμοσε το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, το οποίο αφορά την ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών. Έκρινε ότι οι ιατρικές υπηρεσίες εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, καθώς ο γιατρός δρα ανεξάρτητα και καθορίζει ο ίδιος τον τρόπο παροχής τους.

Σύμφωνα με την λεγόμενη νόθα αντικειμενική ευθύνη, ο ασθενής ή οι δικαιούχοι του οφείλουν να αποδείξουν την παροχή των υπηρεσιών, την πρόκληση ζημίας και την αιτιώδη σύνδεση μεταξύ της ζημίας και της παροχής των υπηρεσιών. Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίσουν και να αποδείξουν τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που οδήγησε στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Αντιθέτως, ο πάροχος των υπηρεσιών καλείται να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ή αιτιώδης σύνδεσμος, καθώς και ότι συντρέχει κάποιος λόγος άρσης ή περιορισμού της ευθύνης του.

Ως μέτρο επιμέλειας λαμβάνεται η συμπεριφορά ενός συνετού και επιμελούς γιατρού, ο οποίος θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια διαθέσιμα μέσα. Η ευθύνη μπορεί να θεμελιωθεί ακόμη και σε περίπτωση ελαφράς αμέλειας, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Συνυπευθυνότητα της Ιδιωτικής Κλινικής

Το δικαστήριο έκρινε ότι η ιδιωτική κλινική φέρει ευθύνη μαζί με τους γιατρούς, παρόλο που οι χειρουργοί και ο αναισθησιολόγος συνεργάζονταν μαζί της ως ελεύθεροι επαγγελματίες και όχι ως μισθωτοί.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι ο τυπικός νομικός χαρακτηρισμός της συνεργασίας, αλλά ο πραγματικός τρόπος με τον οποίο οι γιατροί εντάσσονται στην οργανωμένη δραστηριότητα της κλινικής. Εξετάζονται, μεταξύ άλλων, η χρήση των εγκαταστάσεων και του νοσηλευτικού προσωπικού της, καθώς και η παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της λειτουργίας της.

Για να στοιχειοθετηθεί σχέση πρόστησης, αρκεί η δυνατότητα παροχής γενικών οδηγιών σχετικά με τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας. Δεν απαιτείται η κλινική να έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τον ειδικό τρόπο εκτέλεσης κάθε ιατρικής πράξης.

Ανάλογη προσέγγιση ακολουθήθηκε και για τον εφημερεύοντα ιατρό, ο οποίος απασχολούνταν στην κλινική βάσει σχετικής συμφωνίας, ανεξάρτητα από το εάν η συνεργασία είχε πραγματοποιηθεί με την τήρηση όλων των νόμιμων τύπων.

Η Επιμερισμός των 790.000 Ευρώ στους Συγγενείς

Βάσει του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα, το δικαστήριο επιδίκασε συνολικά 790.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Η κατανομή των ποσών διαμορφώθηκε ως εξής:

  • 200.000 ευρώ σε καθέναν από τους δύο γονείς (σύνολο 400.000 ευρώ).
  • 120.000 ευρώ σε καθεμία από τις δύο αδελφές (σύνολο 240.000 ευρώ).
  • 50.000 ευρώ στη γιαγιά από την πατρική γραμμή.
  • 50.000 ευρώ για καθέναν από τους δύο παππούδες από τη μητρική γραμμή, οι οποίοι απεβίωσαν κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.

Οι δύο τελευταίες αξιώσεις περιήλθαν στις δύο εξ αδιαθέτου κληρονόμους των παππούδων, σύμφωνα με τις κληρονομικές τους μερίδες. Σε καθεμία κατανεμήθηκαν ποσά 18.750 ευρώ και 31.250 ευρώ, αντίστοιχα, για τις δύο επιδικασθείσες αξιώσεις.

Το δικαστήριο όρισε επίσης ότι στα ποσά οφείλεται νόμιμος τόκος από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Αποφάσεις Σχετικά με την Ασφαλιστική Κάλυψη

Η απόφαση εξέτασε και τις ενστάσεις των ασφαλιστικών εταιρειών σχετικά με τα όρια κάλυψης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης των γιατρών. Οι ασφαλιστικές επικαλέστηκαν προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, με την οποία είχε αναγνωριστεί υποχρέωση των ασφαλισμένων γιατρών να καταβάλουν 588.018,99 ευρώ στην ασφαλιστική εταιρεία που είχε καλύψει τις δαπάνες νοσηλείας της ασθενούς. Υποστήριξαν ότι, εξαιτίας αυτής της υποχρέωσης, είχαν ήδη εξαντληθεί τα ανώτατα όρια ασφαλιστικής κάλυψης, ύψους 400.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα.

Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ως νόμω αβάσιμη, επισημαίνοντας ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν είχε πραγματοποιήσει μέχρι τότε κάποια καταβολή. Επομένως, δεν υπήρχε ποσό που να μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε ήδη επιβαρύνει το ασφαλιστικό κεφάλαιο και να οδηγεί σε εξάντληση του ορίου.

Παράλληλα, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα του ασφαλισμένου γιατρού να ζητήσει από την ασφαλιστική εταιρεία, ως δικονομική εγγυήτριά του, την κάλυψη της ευθύνης του έναντι των συγγενών, μέχρι το προβλεπόμενο όριο του ασφαλιστηρίου, στο οποίο περιλαμβάνονται κεφάλαιο, τόκοι και δικαστικά έξοδα.

Αντίθετα, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το κύριο αίτημα να καταβάλουν απευθείας οι ασφαλιστικές εταιρείες τα επιδικασθέντα ποσά στους συγγενείς της 23χρονης, καθώς δεν είχε προβληθεί πρόσθετη συμφωνία που να θεμελιώνει τέτοιο δικαίωμα. Έγινε δεκτό μόνο το επικουρικό αίτημα για καταβολή στον ίδιο τον ασφαλισμένο των ποσών που θα καταβάλει στους ζημιωθέντες, εντός των ορίων της ασφαλιστικής κάλυψης.